Στρατηγικό μήνυμα η συνάντηση Τραμπ–Νετανιάχου εν μέσω ενός εύθραυστου Μεσανατολικού τοπίου

 
τραμπ και νετανιαχου

Πηγή Φωτογραφίας: AP Photo, file

Ενημερώθηκε: 02/01/26 - 17:45

Ορισμένοι σχολιαστές έσπευσαν να υποβαθμίσουν τη συνάντηση του πρωθυπουργού του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, αποδίδοντάς τη σε εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες, νομικές πιέσεις ή επικοινωνιακούς λόγους. Ωστόσο, μια τέτοια ανάγνωση παραβλέπει τη συγκυρία: η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο έντονης αστάθειας στη Μέση Ανατολή και συσσώρευσης κρίσιμων στρατηγικών πιέσεων.

Από τη μία πλευρά, η περιοχή δοκιμάζεται από το εκτεταμένο δίκτυο ιρανικών πληρεξουσίων, από τη Γάζα και τον Λίβανο έως την Υεμένη και την Ερυθρά Θάλασσα. Από την άλλη, αναδύεται ένας πιο σιωπηλός αλλά εξίσου επικίνδυνος παράγοντας: η στρατηγική ασυνέπεια κρατών που εμφανίζονται ως σύμμαχοι των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ ταυτόχρονα –με πράξεις ή παραλείψεις– συντηρούν τα περιβάλλοντα μέσα στα οποία αναπαράγεται ο εξτρεμισμός. Αυτή η διπλή πίεση, εξωτερική και εσωτερική, διαμορφώνει το σημερινό στρατηγικό πλαίσιο για την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της.

Κατά τη συνάντηση της 29ης Δεκεμβρίου, στο επίκεντρο βρέθηκαν η κατάσταση στη Γάζα, οι επόμενες περιφερειακές ισορροπίες, η συνολική αποτρεπτική στρατηγική και, ειδικότερα, το ενδεχόμενο μελλοντικών κινήσεων απέναντι στις δυνατότητες του Ιράν. Η σημασία της συνάντησης δεν έγκειται στο αν ανακοινώθηκαν όλες οι λεπτομέρειες, αλλά στη κοινή διαπίστωση ότι το «παλιό» μοντέλο της Μέσης Ανατολής –βασισμένο σε πληρεξούσιους, ιδεολογική χειραγώγηση και εργαλειοποίηση της νομιμοποίησης– επιχειρεί να επανέλθει, την ώρα που ένα νέο περιφερειακό σύστημα αγωνίζεται να εδραιωθεί.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι Συμφωνίες του Αβραάμ συνιστούν στροφή από την ιδεολογική αντιπαράθεση προς την πραγματιστική συνεργασία και από τη διαρκή σύγκρουση προς την περιφερειακή ολοκλήρωση και την κρατική ευθύνη. Πρόκειται για προϊόν μακρόχρονης στρατηγικής προσπάθειας και πολιτικού θάρρους, με καθοριστική συμβολή της διπλωματικής προσέγγισης του Τζάρεντ Κούσνερ. Πέντε χρόνια μετά, οι Συμφωνίες αντέχουν σε πολέμους και γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς, χάρη στη δομή κοινών συμφερόντων που τις στηρίζει.

Σήμερα, οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και οι χώρες που συμμετέχουν στις Συμφωνίες του Αβραάμ βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο παράλληλες προκλήσεις. Η πρώτη είναι η εμφανής απειλή από τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, τους Χούθι και άλλες ένοπλες ομάδες που υποστηρίζονται από το Ιράν. Η δεύτερη, πιο υπόγεια, προέρχεται από κράτη που καταδικάζουν ρητορικά την τρομοκρατία, αλλά επιτρέπουν ή ενισχύουν κινήματα συνδεδεμένα με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, ενσωματώνοντάς τα σε «νόμιμους» θεσμούς εξουσίας.

Στην Υεμένη, για παράδειγμα, η στήριξη σε μια επίσημη κυβερνητική αρχή που έχει διεισδύσει από ισλαμιστικά δίκτυα δεν αποδυναμώνει τον πολιτικό ισλαμισμό, αλλά τον θεσμοποιεί. Έτσι, η βίαιη ιδεολογία αποκτά διοικητική κάλυψη, ενώ η διεθνής αναγνώριση λειτουργεί ως ασπίδα για ένα σχέδιο που στερείται πραγματικής λαϊκής νομιμοποίησης. Το αποτέλεσμα είναι η παγίωση της αστάθειας και η διατήρηση της επιρροής της Τεχεράνης.

Η συνάντηση Νετανιάχου–Τραμπ αναδεικνύει, τελικά, το κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα της εποχής: πώς θα αποτραπεί το Ιράν από το να ανασυγκροτήσει το δίκτυο των πληρεξουσίων του και να εξάγει κρίσεις ως μέθοδο διακυβέρνησης. Την ίδια στιγμή, το ίδιο το ιρανικό καθεστώς δείχνει σημάδια εσωτερικής φθοράς, γεγονός που δημιουργεί ένα περιορισμένο παράθυρο ευκαιρίας για συντονισμένη δυτική και περιφερειακή δράση.

Για να αξιοποιηθεί αυτό το παράθυρο, απαιτείται σαφής και πρακτική στρατηγική: αυστηρή εφαρμογή κυρώσεων, στενότερη συνεργασία πληροφοριών, ενίσχυση της άμυνας σε θάλασσα και αέρα, αλλά και ξεκάθαρη διπλωματική στάση απέναντι σε ιδεολογικές διεισδύσεις. Η ασάφεια απέναντι σε κινήματα όπως η Μουσουλμανική Αδελφότητα δεν αποτελεί επιλογή στρατηγικής, αλλά παράγοντα αποσταθεροποίησης.

Οι Συμφωνίες του Αβραάμ μπορούν ακόμη να διαμορφώσουν το μέλλον της Μέσης Ανατολής, υπό την προϋπόθεση ότι οι εμπλεκόμενοι θα επιλέξουν τη στρατηγική καθαρότητα αντί της διγλωσσίας. Η ιστορία, άλλωστε, δεν καταγράφει προθέσεις, αλλά αποφάσεις.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ