Η αρχική αδυναμία του ΝΑΤΟ να επιβάλει έγκαιρα και συντριπτικό στρατιωτικό κόστος στη Ρωσία επέτρεψε στη Μόσχα να προσαρμοστεί και να προετοιμαστεί για έναν μακρόχρονο πόλεμο φθοράς. Έτσι, κατάφερε να απορροφήσει τεράστιες απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, που εκτιμώνται πλέον σε περίπου ένα εκατομμύριο στρατιώτες, εκ των οποίων περισσότεροι από 219.000 είχαν σκοτωθεί έως τα τέλη του 2025.
Η κυρίαρχη τάση εντός του ΝΑΤΟ δεν ήταν η κλιμάκωση αλλά η «σταθεροποίηση» της πίεσης προς τη Ρωσία, κάτι που αποτυπώθηκε και στην πολιτική απροθυμία για δραστική αύξηση της παραγωγής πυρομαχικών πυροβολικού. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Charles T. Kamps, αυτή η στρατηγική της σταδιακής και περιορισμένης τιμωρίας έχει ιστορικό προηγούμενο: συνέβαλε στην αποτυχία της αμερικανικής αεροπορικής εκστρατείας Linebacker II να επιφέρει πολιτικά αποτελέσματα στον πόλεμο του Βιετνάμ.
Ο κίνδυνος, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι η παράταση της σύγκρουσης να δημιουργήσει ευκαιρίες για άλλες δυνάμεις, όπως η Κίνα ή το Ιράν, να εκμεταλλευτούν μια αποσπασμένη και υπερφορτωμένη Δύση. Ο Σι Τζινπίνγκ έχει δηλώσει ότι το ζήτημα της Ταϊβάν θα πρέπει να έχει «λυθεί» έως το 2027, ενώ ιστορικοί όπως ο Τζέφρι Μπλέινι έχουν δείξει ότι οι παγκόσμιοι πόλεμοι συχνά ξεσπούν μέσα από ταυτόχρονες αποτυχίες αποτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό, το ΝΑΤΟ καλείται να «κρατήσει» την πρώτη κρίσιμη εστία, καθώς η βιομηχανική του ικανότητα δεν επαρκεί για την ταυτόχρονη διεξαγωγή μεγάλων συγκρούσεων στην Ανατολική Ευρώπη, την Ταϊβάν και τη Μέση Ανατολή. Οι κρίσεις, επισημαίνεται, είναι ευκολότερο να αντιμετωπιστούν όταν εξελίσσονται διαδοχικά και όχι ταυτόχρονα.
Οι δυτικές κυβερνήσεις αναζητούν μια «ζώνη ισορροπίας» στον πόλεμο της Ουκρανίας: από τη μία, να φθείρουν τη Ρωσία χωρίς να προκαλέσουν ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, και από την άλλη να αποφύγουν μια λύση που θα ισοδυναμούσε με πολιτικό συμβιβασμό εις βάρος του Κιέβου. Παρά το υψηλό κόστος για τη Μόσχα, οι κυρώσεις, οι απώλειες στο πεδίο και οι ουκρανικές επιτυχίες δεν έχουν μέχρι στιγμής αλλάξει δραστικά τον υπολογισμό κόστους-οφέλους του Κρεμλίνου.
Η Ρωσία έχει πλέον θέσει την οικονομία της σε πολεμική τροχιά, γεγονός που της επιτρέπει να αντέχει τις απώλειες και να συνεχίζει τις επιχειρήσεις, ακόμη και με σημαντικό κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό και εξοπλισμό. Οι στρατολογήσεις προέρχονται κυρίως από φτωχότερες περιφέρειες και όχι από τα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ η Μόσχα έχει επεκτείνει και τη χρήση ξένων μαχητών.
Το οικονομικό βάρος του πολέμου είναι τεράστιο: μόνο για το 2025, το ρωσικό υπουργείο Άμυνας παραδέχθηκε δαπάνες ύψους 135 δισ. δολαρίων, χωρίς να υπολογίζονται οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της στροφής σε πολεμική οικονομία. Οι απώλειες σε στρατιωτικό εξοπλισμό, σύμφωνα με ανοιχτές πηγές, είναι συγκρίσιμες ή και μεγαλύτερες από εκείνες του σοβιετικού πολέμου στο Αφγανιστάν.
Παρά τις απώλειες, η εσωτερική πολιτική σταθερότητα του καθεστώτος Πούτιν παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακέραιη, χάρη στον αυστηρό έλεγχο της πληροφόρησης και την καταστολή της διαφωνίας. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό των Ρώσων αντιλαμβάνεται τον πόλεμο ως ευρύτερη «σύγκρουση πολιτισμών» με τη Δύση, στοιχείο που επιτρέπει στο Κρεμλίνο να συνεχίζει τη σύγκρουση χωρίς σοβαρούς εσωτερικούς κραδασμούς.
Η ανησυχία για έναν παρατεταμένο πόλεμο ενισχύεται από προειδοποιήσεις στρατιωτικών ηγεσιών του ΝΑΤΟ ότι η Ρωσία θα μπορούσε, μέσα σε λίγα χρόνια, να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της για μια νέα συμβατική απειλή στην Ανατολική Ευρώπη. Υπό αυτό το πρίσμα, η Δύση καλείται να στηρίξει την Ουκρανία με τρόπο αποφασιστικό, αποφεύγοντας λύσεις «ειρήνης με κάθε τίμημα» που θα άφηναν ανοιχτό τον δρόμο για μελλοντικές και ίσως ευρύτερες συγκρούσεις.