Τον Μάιο του 1993, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον επιχείρησε να μετατρέψει την οικονομική ισχύ της Ουάσιγκτον σε πολιτικό μοχλό πίεσης απέναντι στην Κίνα. Τηρώντας προεκλογική του δέσμευση, συνέδεσε το εμπόριο με τα ανθρώπινα δικαιώματα, θέτοντας ως όρο για την ετήσια ανανέωση του καθεστώτος «πλέον ευνοούμενου κράτους» την ουσιαστική πρόοδο του Πεκίνου σε συγκεκριμένα κριτήρια.
Η πρωτοβουλία προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις: αμερικανικές επιχειρήσεις προειδοποιούσαν για οικονομικό κόστος, ενώ η Κίνα απειλούσε με αντίποινα σε διπλωματικό και εμπορικό επίπεδο. Τελικά, το Πεκίνο αγνόησε τους όρους και, έναν χρόνο αργότερα, ο Κλίντον ανανέωσε το καθεστώς άνευ προϋποθέσεων, παραδεχόμενος ότι η στρατηγική είχε εξαντλήσει τα όριά της.
Η Ουάσιγκτον κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση με την Κίνα δεν άξιζε το κόστος. Σταδιακά, η προσαρμογή έγινε ο κανόνας και οι ΗΠΑ επεδίωξαν να «δέσουν» το Πεκίνο στα παγκόσμια οικονομικά δίκτυα, ελπίζοντας ότι έτσι θα ευθυγραμμιστεί με τα αμερικανικά συμφέροντα. Η λογική αυτή οδήγησε στην υποστήριξη της ένταξης της Κίνας στον ΠΟΕ το 2001 και στη χορήγηση μόνιμων κανονικών εμπορικών σχέσεων το 2002. Παρά τη ραγδαία άνοδο της κινεζικής ισχύος, η πολιτική του διαλόγου και της «διαχείρισης της σταθερότητας» παρέμεινε κυρίαρχη για δεκαετίες.
Η σταθερότητα, ωστόσο, αποδείχθηκε άπιαστος στόχος. Όπως και τη δεκαετία του ’90, το Πεκίνο αξιοποίησε τις αμερικανικές πρωτοβουλίες, εναλλάσσοντας τον ήπιο λόγο με απειλές, μεταφέροντας το βάρος της εξομάλυνσης των σχέσεων στην Ουάσιγκτον. Παράλληλα, ενίσχυε συστηματικά τη στρατηγική του ισχύ, με σαφή στόχο να εκτοπίσει τις ΗΠΑ από την κορυφή του διεθνούς συστήματος. Ο ίδιος ο Σι Τζινπίνγκ το έχει διατυπώσει ξεκάθαρα, δηλώνοντας ότι η Κίνα επιδιώκει να καταστεί παγκόσμιος ηγέτης σε ισχύ και επιρροή έως τα μέσα του αιώνα.
Η σύνοδος Τραμπ–Σι τον Οκτώβριο του 2025 στο Μπουσάν αποτέλεσε ένα ακόμη παράδειγμα της «ψευδαίσθησης της εμπλοκής». Παρά τις απειλές της Ουάσιγκτον για σκληρά μέτρα, η αμερικανική πλευρά υποχώρησε μπροστά στους κινεζικούς περιορισμούς στις εξαγωγές σπάνιων γαιών. Το αποτέλεσμα ήταν μια εύθραυστη εκεχειρία: προσωρινή παύση νέων εμπορικών κυρώσεων με αντάλλαγμα ασαφείς κινεζικές δεσμεύσεις. Το Πεκίνο, αντίθετα, εμφανίστηκε ενισχυμένο, προβάλλοντας δημόσια τη δύναμή του πάνω σε κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού.
Καθώς πλησιάζει η προγραμματισμένη επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο το 2026, ο κίνδυνος επανάληψης του ίδιου μοτίβου είναι ορατός. Χωρίς ρεαλιστική εκτίμηση των προθέσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος, οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να παραχωρήσουν εκ νέου πλεονεκτήματα. Η ενίσχυση των εμπορικών και τεχνολογικών τους εργαλείων, η επιτάχυνση της αποσύνδεσης από την κινεζική οικονομία, ο περιορισμός της πρόσβασης της Κίνας σε προηγμένους ημιαγωγούς και η μείωση της εξάρτησης από κινεζικά ελεγχόμενες πρώτες ύλες αποτελούν πλέον επιτακτικές ανάγκες.
Η εμπορική σύγκρουση του 2025, με την Κίνα να χρησιμοποιεί τις σπάνιες γαίες ως όπλο, αποκάλυψε την έκταση της αμερικανικής ευαλωτότητας. Παρά τις πρόσκαιρες εκεχειρίες και τις αμοιβαίες υποχωρήσεις, το Πεκίνο διατήρησε τον έλεγχο των κρίσιμων μοχλών πίεσης, αξιοποιώντας τους για να κερδίσει χρόνο και πλεονέκτημα.
Στο επίκεντρο της κινεζικής στρατηγικής βρίσκεται η βιομηχανική και τεχνολογική υπεροχή. Το νέο πενταετές σχέδιο της Κίνας καθιστά σαφές ότι η οικονομία υποτάσσεται πλήρως στην εθνική ασφάλεια και ότι η χώρα προετοιμάζεται για μακροχρόνια αντιπαράθεση. Η τεχνητή νοημοσύνη, η προηγμένη μεταποίηση και ο έλεγχος των αλυσίδων εφοδιασμού θεωρούνται κρίσιμα πεδία μάχης.
Για να απαντήσουν, οι ΗΠΑ επιχειρούν μια βαθύτερη αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου, ενισχύοντας περιφερειακές συμμαχίες και περιορίζοντας τα «παραθυράκια» που επιτρέπουν στο Πεκίνο να παρακάμπτει τους περιορισμούς. Παράλληλα, το τεχνολογικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ στους ημιαγωγούς και στο cloud computing παραμένει καθοριστικό, αλλά απειλείται από πολιτικές χαλάρωσης των εξαγωγικών ελέγχων.
Τέλος, η εξάρτηση από τις κινεζικές σπάνιες γαίες αναδεικνύεται σε μείζον στρατηγικό κίνδυνο. Χωρίς μια φιλόδοξη βιομηχανική στρατηγική, αντίστοιχη με εκείνη που εφαρμόστηκε στην πανδημία, η Δύση θα παραμείνει ευάλωτη σε οικονομικό εκβιασμό.
Το δίδαγμα επαναλαμβάνεται από την εποχή Κλίντον έως σήμερα: οι τακτικές υποχωρήσεις δεν αγοράζουν συνεργασία, αλλά ενθαρρύνουν την εκμετάλλευση. Η επιδίωξη σταθερότητας με κάθε κόστος απέναντι σε ένα καθεστώς που στοχεύει στην παγκόσμια πρωτοκαθεδρία αποδεικνύεται αυταπάτη. Αυτό που απαιτείται είναι ανθεκτικότητα, στρατηγική συνέπεια και μόχλευση που δεν μπορεί να απενεργοποιηθεί με το πάτημα ενός διακόπτη.