Τον πιθανό ρόλο της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή σε περίπτωση πτώσης του ιρανικού καθεστώτος εξετάζει άρθρο της Wall Street Journal, προειδοποιώντας ότι η Δύση δεν θα πρέπει να επιτρέψει στην Άγκυρα να καλύψει το κενό εξουσίας που ενδέχεται να δημιουργηθεί στην περιοχή.
Στο άρθρο υπογραμμίζεται ότι, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ επιχειρούν να εξουδετερώσουν την περιφερειακή επιρροή του Ιράν, θα πρέπει ταυτόχρονα να διασφαλίσουν ότι η Τουρκία δεν θα αναδειχθεί σε κυρίαρχη δύναμη στη θέση της Τεχεράνης.
Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι παρόμοια εξέλιξη είχε σημειωθεί μετά τον πόλεμο στο Ιράκ, όταν η πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν δημιούργησε κενό εξουσίας το οποίο εκμεταλλεύτηκε το Ιράν για να ενισχύσει την επιρροή του στην περιοχή. Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τεχεράνη απέστειλε μέλη των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης για να εκπαιδεύσουν σιιτικές ένοπλες ομάδες, επιδιώκοντας τόσο να ενισχύσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή όσο και να εμπλέξει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια δαπανηρή στρατιωτική παρουσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ έχει κατηγορήσει το Ιράν ότι μέσω των συμμάχων του ευθύνεται για επιθέσεις εναντίον αμερικανικών δυνάμεων και πλοίων στη Μέση Ανατολή. Όπως δήλωσε, ιρανικές δυνάμεις είχαν στο παρελθόν σκοτώσει και τραυματίσει εκατοντάδες Αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ, ενώ τα τελευταία χρόνια οργανώσεις που συνδέονται με την Τεχεράνη έχουν εξαπολύσει επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων και διεθνών ναυτιλιακών εταιρειών.
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επικρίνει τις αμερικανικές και ισραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς τες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Παράλληλα, εξέφρασε τη λύπη του για τον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στάση της Άγκυρας απέναντι στο Ιράν έχει προκαλέσει επανειλημμένα εντάσεις στις σχέσεις της με δυτικούς συμμάχους. Στο άρθρο αναφέρεται ότι το 2012 η Τουρκία φέρεται να αποκάλυψε στην Τεχεράνη τις ταυτότητες Ιρανών πληροφοριοδοτών που συνεργάζονταν με το Ισραήλ και παρείχαν στοιχεία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα.
Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε στοιχεία που προέκυψαν από αμερικανική επιχείρηση το 2015 εναντίον στελέχους του Ισλαμικού Κράτους, τα οποία –σύμφωνα με το άρθρο– αποκάλυψαν σχέσεις μεταξύ της τρομοκρατικής οργάνωσης και Τούρκων αξιωματούχων, σε μια περίοδο κατά την οποία το ISIS αντλούσε σημαντικά έσοδα από τη διακίνηση πετρελαίου στη μαύρη αγορά.
Το άρθρο επισημαίνει επίσης ότι η Τουρκία έχει χρησιμοποιήσει στο παρελθόν την προσφυγική κρίση από τη Συρία ως μέσο πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία του 2016 μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας, στο πλαίσιο της οποίας η Ευρωπαϊκή Ένωση συμφώνησε να διαθέσει οικονομική βοήθεια ύψους 6 δισεκατομμυρίων ευρώ, με αντάλλαγμα τη δέσμευση της Άγκυρας να περιορίσει τις μεταναστευτικές ροές προς την Ευρώπη.
Παράλληλα, το 2020 η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δεν θα εμποδίζει πλέον τη διέλευση προσφύγων προς τα ευρωπαϊκά σύνορα, γεγονός που οδήγησε σε ένταση στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την Αθήνα να κάνει λόγο για «διπλωματία εκβιασμού».
Το άρθρο καταλήγει θέτοντας το ερώτημα για το ποιος θα πρέπει να είναι ο ρόλος της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ και στη Μέση Ανατολή σε περίπτωση πτώσης του ιρανικού καθεστώτος, επισημαίνοντας ότι η Άγκυρα συχνά ακολουθεί πολιτικές που συγκρούονται με την αμερικανική στρατηγική και δημιουργούν προβλήματα στους δυτικούς συμμάχους της.