Η σύγχρονη γεωπολιτική πραγματικότητα έρχεται αντιμέτωπη με την αναβίωση μιας εφιαλτικής ρητορικής, η οποία στοχεύει στην πλήρη αποσύνθεση της κρατικής υπόστασης του αντιπάλου.
Η φράση «επιστροφή στη Λίθινη Εποχή», αν και στερείται επίσημης στρατιωτικής ορολογίας, περιγράφει με ωμότητα τη στρατηγική εξουδετέρωσης των κρίσιμων υποδομών ενός έθνους, από τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και ύδρευσης μέχρι τις τηλεπικοινωνίες και τις μεταφορές.
Η πρόσφατη προειδοποίηση του Ντόναλντ Τραμπ προς το Ιράν για πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις επαναφέρει στο προσκήνιο το διαχρονικό ερώτημα αν η συστηματική παράλυση ενός κράτους μπορεί πράγματι να οδηγήσει σε μια σταθερή και βιώσιμη επικράτηση.
Η ιστορική εμπειρία από τον Πόλεμο του Βιετνάμ μέχρι τις επιχειρήσεις «Σοκ και Δέος» στο Ιράκ καταδεικνύει ότι η συντριπτική ισχύς συχνά αποτυγχάνει να κάμψει τη βούληση του αντιπάλου ή να διασφαλίσει τον έλεγχο της επόμενης ημέρας.
Στην περίπτωση του Ιράκ, η κατάρρευση των κρατικών δομών δημιούργησε ένα επικίνδυνο κενό εξουσίας που επέτρεψε την άνοδο του «Ισλαμικού Κράτους», ενώ στη Λωρίδα της Γάζας, το λεγόμενο «δόγμα Dahiya» του Ισραήλ δείχνει πως η εκτεταμένη καταστροφή υποδομών μπορεί να ενισχύσει το αφήγημα της αντίστασης αντί να το εκμηδενίσει. Το τεράστιο ανθρωπιστικό κόστος και οι διεθνείς αντιδράσεις αποτελούν επιπλέον τροχοπέδη σε τέτοιου είδους ολοκληρωτικές προσεγγίσεις.
Ειδικότερα για το Ιράν, η εφαρμογή μιας στρατηγικής «ολικής πίεσης» φαντάζει εξαιρετικά σύνθετη λόγω του γεωπολιτικού του βάρους και του ελέγχου κρίσιμων ενεργειακών περασμάτων, όπως τα Στενά του Ορμούζ.
Μια τέτοια σύγκρουση θα είχε απρόβλεπτες επιπτώσεις στις παγκόσμιες αγορές, αποδεικνύοντας το μεγάλο παράδοξο της σύγχρονης στρατηγικής: όσο πιο απόλυτη και ισοπεδωτική είναι η καταστροφή που προκαλείται, τόσο πιο αβέβαιο και χαοτικό γίνεται το τελικό αποτέλεσμα. Η «Λίθινη Εποχή» παραμένει, τελικά, περισσότερο ένα εργαλείο ψυχολογικής πίεσης παρά μια αποτελεσματική λύση για τη διεθνή ασφάλεια.