Σε νέο κύκλο δημοσιονομικής λιτότητας προχωρά η γερμανική κυβέρνηση υπό τον Φρίντριχ Μερτς, βάζοντας στο στόχαστρο τα κοινωνικά επιδόματα και ειδικότερα το επίδομα στέγασης, με στόχο την εξοικονόμηση 1,5 έως 2 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως.
Η απόφαση αυτή έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από συνδικάτα, φορείς κοινωνικής πρόνοιας και την αντιπολίτευση, καθώς εκτιμάται ότι η περικοπή θα στερήσει την κρατική ενίσχυση από το ένα τρίτο των σημερινών δικαιούχων.
Τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας αποτυπώνουν το μέγεθος της εξάρτησης των ασθενέστερων στρωμάτων από τη συγκεκριμένη παροχή. Το 2024, η συνολική δαπάνη ανήλθε σε 4,68 δισ. ευρώ (αύξηση 8,6%), προσφέροντας ανακούφιση σε 1.242.000 νοικοκυριά — δηλαδή στο 3% του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας, με τα υψηλότερα ποσοστά να καταγράφονται στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία (5,6%) και τα χαμηλότερα στη Βαυαρία (1,7%).
Το μέσο μηνιαίο βοήθημα διαμορφωνόταν στα 287 ευρώ για τα νοικοκυριά με πλήρη κάλυψη και στα 240 ευρώ για όσα λάμβαναν μερική ενίσχυση, αποτελώντας κρίσιμο στήριγμα για οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα και παιδιά.
Οι προτεινόμενες περικοπές αναμένεται να πλήξουν καίρια τις πλέον ευάλωτες ομάδες, όπως τις μονογονεϊκές οικογένειες, ειδικά αν συνδυαστούν με τη μείωση των προκαταβολών διατροφής τέκνων και την κατάργηση της συμπληρωματικής ενίσχυσης των 25 ευρώ ανά παιδί.
Ο Σύνδεσμος Πρόνοιας και Ευημερίας (Paritätische Wohlfahrtsverband) προειδοποιεί για δραστική αύξηση της φτώχειας, με τον εκπρόσωπό του, Γιόακιμ Ροκ, να τονίζει ότι το μέτρο στοχεύει λάθος κοινωνικές ομάδες και ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας.
Παράλληλα, αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του σχεδίου, υποστηρίζοντας ότι όσοι χάσουν το επίδομα στέγασης θα καταφύγουν στη βασική εισοδηματική στήριξη, μετατοπίζοντας απλώς το κόστος σε άλλο υπουργείο χωρίς πραγματική εξοικονόμηση. Κατά τον ίδιο, η μόνη ουσιαστική λύση έγκειται στον έλεγχο των ενοικίων και την ενίσχυση της δημόσιας και μη κερδοσκοπικής κατοικίας, ζητώντας την άμεση απόσυρση των περικοπών.