Περισσότερο από ποτέ κλιμακώνει τη ρητορική του ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εξαπολύοντας πυρά τόσο κατά του Καναδά όσο και κατά του Ιράν μέσω αναρτήσεων στην πλατφόρμα Truth Social, στον απόηχο της κατάρρευσης των εμπορικών διαπραγματεύσεων με την Οτάβα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έφτασε στο σημείο να δηλώσει ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν σοβαρά τη μετονομασία της Λίμνης Οντάριο σε «Λίμνη Αμερική», υποστηρίζοντας ότι δεν αναμένει πλέον αξιοσημείωτες επιχειρηματικές σχέσεις με την καναδική επαρχία.
Στρεφόμενος ταυτόχρονα κατά της Τεχεράνης, έκανε λόγο για «ανθρωπιστική κρίση επικών διαστάσεων», κατηγορώντας την ιρανική κυβέρνηση για βίαιη καταστολή διαδηλωτών και οικονομική αδυναμία πληρωμής του στρατεύματός της, απαιτώντας τον άμεσο τερματισμό αυτών των πρακτικών.
Η νέα έξαρση στις σχέσεις των δύο γειτονικών χωρών ακολούθησε την αιφνίδια ανατροπή στις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη εμπορικής συμφωνίας. Παρά τις αρχικές αισιόδοξες εκτιμήσεις που είχε προαναγγείλει ο ίδιος ο Τραμπ, οι συνομιλίες κατέρρευσαν την τελευταία στιγμή.
Ως άμεση συνέπεια, η Ουάσιγκτον ανακοίνωσε την αύξηση των δασμών στο 50% από την 1η Ιανουαρίου 2027 σε όλα τα αυτοκίνητα, μικρά και μεγάλα φορτηγά, τα ανταλλακτικά οχημάτων και τον χάλυβα. Ο Τραμπ κατηγόρησε τον Καναδά για πολυετή εκμετάλλευση των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι οι υψηλοί καναδικοί δασμοί στα αγροτικά προϊόντα έχουν δημιουργήσει εμπορικό έλλειμμα 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων εις βάρος των Αμερικανών.
Διαμήνυσε μάλιστα ότι ο Καναδάς δεν θα αντιμετωπίζεται πλέον σαν Πολιτεία των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας ότι η γειτονική χώρα εξαρτάται από τις Ηνωμένες Πολιτείες για το 95% των συναλλαγών της, ενώ το αντίστροφο δεν ισχύει.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Politico, οι εντατικές διαπραγματεύσεις εβδομάδων τινάχθηκαν στον αέρα την τελευταία στιγμή, καθώς η Ουάσιγκτον ισχυρίζεται ότι ο Καναδάς έθεσε εκπρόθεσμα νέες απαιτήσεις, όπως η μείωση δασμών στα βαρέα φορτηγά, ενώ η Οτάβα αποδίδει την ευθύνη σε εσωτερικές διαφωνίες και ανταγωνισμούς εντός της κυβέρνησης Τραμπ για τον έλεγχο των όρων της συμφωνίας.