Σε μια εκτενή ανάλυσή του στο περιοδικό Foreign Affairs, ο Marc Lynch, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο George Washington, υποστηρίζει ότι η εποχή της αμερικανικής ηγεμονίας στη Μέση Ανατολή, όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έφτασε οριστικά στο τέλος της.
Σύμφωνα με τον αναλυτή, η στρατιωτική σύγκρουση των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν δεν αποτελεί ένα ακόμη μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά το γεγονός που αποκάλυψε τα αντικειμενικά όρια της αμερικανικής ισχύος και αποσάρθρωσε το σύστημα ασφαλείας που οικοδομούσε η Ουάσινγκτον επί 35 χρόνια.
Η περιφερειακή τάξη πραγμάτων που εγκαθιδρύθηκε το 1991, μετά την απελευθέρωση του Κουβέιτ, βασίστηκε στην παρουσία ισχυρών αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων και στη διαμόρφωση δύο αντίπαλων στρατοπέδων: του αμερικανικού άξονα (Ισραήλ, Τουρκία, αραβικά κράτη) και του «άξονα της αντίστασης» (Ιράν, Συρία, Χαμάς, Χεζμπολάχ, Χούθι). Ωστόσο, οι διαδοχικές κρίσεις στη Γάζα και το Ιράν διέλυσαν αυτή την ισορροπία.
Η πλήρης αμερικανική υποστήριξη στις επιχειρήσεις στη Γάζα έπληξε την ηθική αξιοπιστία της Ουάσινγκτον, ενώ η αποτυχία ανατροπής του καθεστώτος της Τεχεράνης, η αδυναμία πλήρους προστασίας των συμμάχων του Κόλπου από ιρανικά πλήγματα και τα προβλήματα στη ναυσιπλοΐα των Στενών του Ορμούζ αποδόμησαν τον μύθο της αμερικανικής στρατιωτικής παντοδυναμίας.
Ιδιαίτερο πλήγμα δέχθηκε η σχέση των ΗΠΑ με τις αραβικές μοναρχίες. Οι ηγεσίες του Κόλπου αντέδρασαν με έντονη δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι εμπλάκηκαν στη δίνη του πολέμου με το Ιράν χωρίς προηγούμενη ουσιαστική διαβούλευση, ενώ τα πλήγματα που δέχθηκαν οι υποδομές τους κλόνισαν το αίσθημα αμυντικής ασφάλειας πάνω στο οποίο βασίζεται το οικονομικό τους μοντέλο.
Ο Lynch παραλληλίζει τη σημερινή καμπή με την Κρίση του Σουέζ το 1956, η οποία σήμανε το τέλος της βρετανικής και γαλλικής αυτοκρατορικής επιρροής στην περιοχή. Παρότι η αμερικανική στρατιωτική παρουσία δεν θα εξαφανιστεί άμεσα, η αντίληψη των περιφερειακών δυνάμεων για την αμερικανική αξιοπιστία έχει αλλάξει ανεπιστρεπτί.
Στη νέα πραγματικότητα, το Ισραήλ και το Ιράν διατηρούν κίνητρα για τη διατήρηση της αστάθειας, με το μεν Ισραήλ να συνεχίζει τις εξωθεσμικές παρεμβάσεις σε Λίβανο και Συρία, και το δε Ιράν να διατηρεί την επιρροή του μέσω των περιφερειακών του συμμάχων.
Παράλληλα, αναδύονται νέοι συσχετισμοί, καθώς τα κράτη του Κόλπου αναζητούν αυτόνομες διπλωματικές επαφές με την Τεχεράνη για λόγους αυτοπροστασίας, ενώ παράλληλα ο ανταγωνισμός Σαουδικής Αραβίας και ΗΑΕ οξύνεται, με το Ριάντ να συγκροτεί εναλλακτικούς συνασπισμούς με την Αίγυπτο, το Πακιστάν, το Κατάρ και την Τουρκία.
Σε αυτό το μεταβαλλόμενο τοπίο, η Κίνα αναδεικνύεται σε καταλύτη των εξελίξεων, καθώς η οικονομική και διπλωματική της επιρροή στην περιοχή, ιδιαίτερα μέσω των στενών δεσμών της με το Ιράν αλλά και της διατήρησης ισχυρών εμπορικών σχέσεων με τις χώρες του Κόλπου, καθιστά αδύνατη οποιαδήποτε νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας χωρίς τη δική της εμπλοκή.
Καταλήγοντας, ο Marc Lynch επισημαίνει ότι η κατάρρευση του παλαιού συστήματος προσφέρει στις ΗΠΑ μια «τελευταία ευκαιρία» να αναθεωρήσουν τη στρατηγική τους.
Αντί για την αποτυχημένη πολιτική της στρατιωτικής ανάσχεσης, η Ουάσινγκτον καλείται να προκρίνει τη διπλωματία, να πιέσει το Ισραήλ στο Παλαιστινιακό και να επιδιώξει τη σταδιακή ένταξη του Ιράν σε μια νέα, συμπεριληπτική περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας, αναγνωρίζοντας την αναπόφευκτη παρουσία και επιρροή του Πεκίνου.