Διπλασιάζει το προσωπικό και αυξάνει τη χρηματοδότηση στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Ασυλο

Διπλασιάζει το προσωπικό και αυξάνει τη χρηματοδότηση στην Ελλάδα η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Ασυλο
Ενημερώθηκε: 28/01/20 - 14:22

 Σε διπλασιασμό του προσωπικού που απασχολεί στην Ελλάδα, από 500 άτομα στα 1.000, και αύξηση κατά 30% της χρηματοδότησης, που για το 2020 θα ανέλθει στα 36 εκατομμύρια ευρώ, προχωράει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο στην Ελλάδα (EASO).

Σήμερα στην Αθήνα ο αναπληρωτής υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Γιώργος Κουμουτσάκος, και η εκτελεστική διευθύντρια της EASO, Νίνα Γκρέγκορι, υπέγραψαν συμφωνία έδρας για τη φιλοξενία του επιχειρησιακού γραφείου της EASO στην Ελλάδα. Η συμφωνία, που θα περάσει από τη Βουλή για κύρωση, παρέχει νομική και διοικητική σαφήνεια στο καθεστώς της EASO στη χώρα, η οποία ήδη βάσει επιχειρησιακού σχεδίου που υπέγραψε με την Ελλάδα τον περασμένο Δεκέμβριο έχει ξεκινήσει την ενίσχυση της επιχειρησιακής της παρουσίας στη χώρα.

Το προσωπικό που απασχολεί η EASO (χειριστές υποθέσεων, προσωπικό υποστήριξης πεδίου, προσωπικό υποδοχής, υπαλλήλους έρευνας της Αρχής Προσφυγών, διερμηνείς και διοικητικό προσωπικό) θα εργαστεί για να υποστηρίξει την Υπηρεσία Ασύλου, την Εθνική Μονάδα Δουβλίνου, την Υπηρεσία Υποδοχής και Ταυτοποίησης και την Αρχή Προσφυγών. Μεταξύ άλλων, ο αριθμός των χειριστών υποθέσεων στα νησιά θα διπλασιαστεί (από περίπου 100 σε 200) ενώ στην ενδοχώρα θα τριπλασιαστεί (από περίπου 30 σε 100), με το προσωπικό να εγκαθίσταται και σε οκτώ νέες θέσεις στη Θεσσαλονίκη και τα Ιωάννινα, πλέον των 36 σημείων που βρίσκεται ήδη σε όλη τη χώρα.

Την ίδια ώρα η χρηματοδοτική δέσμευση της EASO στην Ελλάδα το 2020 θα ανέλθει στα 36 εκατομμύρια ευρώ (από 27,5 εκατομμύρια ευρώ το 2019), ποσό που αποτελεί περίπου το ένα τρίτο του συνολικού προϋπολογισμού του οργανισμού για το 2020.

Η εκτελεστική διευθύντρια του EASO, Νίνα Γκρέγκορι, σε δηλώσεις της προς τα ΜΜΕ χαρακτήρισε τη συμφωνία «ορόσημο», καθώς «δίνει το απαιτούμενο νομικό και διοικητικό πλαίσιο και θα επιτρέψει στον οργανισμό να γίνει πιο αποτελεσματικός στην καθημερινή του εργασία». Επίσης, διευκρίνισε ότι ο στόχος του οργανισμού παραμένει αμετάβλητος, δηλαδή «η υποστήριξη των ελληνικών αρχών υποδοχής και ασύλου, προκειμένου να εξασφαλίσουμε γρήγορες και αποτελεσματικές διαδικασίες ασύλου, ούτως ώστε οι άνθρωποι που έχουν ανάγκη προστασίας να την λάβουν το συντομότερο δυνατό».

Ο αναπληρωτής υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Γιώργος Κουμουτσάκος, επισήμανε ότι η συμφωνία «δεν είναι μια τυπική διαδικασία, έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα καθώς ενισχύεται η παρουσία και συμβολή του EASO στις ελληνικές προσπάθειες» και προσέθεσε: «Από σήμερα η παρουσία του EASO στην Ελλάδα θα έχει στέρεη νομική βάση, θα έχει στέρεα θεσμικά θεμέλια. Αυτό στην πράξη σημαίνει εντατική ενίσχυση της βοήθειας του οργανισμού στις διαδικασίες του ασύλου, για να γίνονται ταχύτερα και αποτελεσματικότερα».

Ο ίδιος άσκησε κριτική στην προηγούμενη κυβέρνηση καθώς «για ακατανόητους λόγους δεν είχε προχωρήσει για πέντε χρόνια στο να οριστικοποιηθεί αυτή η συμφωνία». «Το κάναμε μέσα σε μερικούς μήνες», συνέχισε ο αναπληρωτής υπουργός, «και τώρα ανοίγουμε μια καινούρια σελίδα και πιστεύω ότι αυτό θα μας βοηθήσει και να διαχειριστούμε τον μεγάλο αριθμό εκκρεμουσών υποθέσεων που παραλάβαμε».

Ο κ. Κουμουτσάκος αναφέρθηκε και στις επαφές που πραγματοποιεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο και χαρακτήρισε το κλίμα στην Ευρώπη «πολύ ενθαρρυντικό, καθώς υπάρχει «ένα κλίμα κατανόησης και στήριξης των προσπαθειών της κυβέρνησης» και συμπλήρωσε ότι «όλα αυτά μένει να αποδειχτούν και στο πεδίο, ότι οι δηλώσεις στήριξης θα γίνουν πράξεις στήριξης». Όπως αποκάλυψε εξάλλου, προγραμματίζει να επισκεφθεί όλες τις χώρες του Βίζεγκραντ «για να δούμε σε ποια σημεία υπάρχουν συγκλίσεις και πού διαφορετικές απόψεις, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαπραγμάτευσης για το άσυλο».

Ωστόσο, όπως αποκάλυψε η κ. Γκρέγκορι, σήμερα τα κράτη-μέλη παραχωρούν στον οργανισμό μόνο το 12% του προσωπικού του, «οπότε ο οργανισμός πρέπει να βρει άλλους τρόπους να λειτουργήσει και να υποστηρίξει τα κράτη-μέλη στην πρώτη γραμμή, δηλαδή την Ελλάδα, την Ιταλία, την Κύπρο και τη Μάλτα».