Με την υιοθέτηση μιας νέας πρακτικής έκδοσης Αγγελιών προς Ναυτιλλομένους (NAVTEX) εξαιρετικά μεγάλης χρονικής ισχύος –διάρκειας δύο ετών, έως το τέλος του 2027– η Άγκυρα επιχειρεί να παγιώσει διεθνώς τις πάγιες διεκδικήσεις της στο Αιγαίο. Στο επίκεντρο αυτής της τακτικής βρίσκονται αφενός η προβολή τουρκικής αρμοδιότητας για την έκδοση αδειών στο ανατολικό μισό του Αιγαίου και αφετέρου η επαναφορά του ισχυρισμού περί δήθεν αποστρατιωτικοποίησης 23 ελληνικών νησιών.
Η κίνηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς είναι απολύτως ορατή στους συμμάχους στο ΝΑΤΟ και εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία Αθήνα και Άγκυρα επιχειρούν να οριστικοποιήσουν τις λεπτομέρειες για τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Ταγίπ Ερντογάν στην τουρκική πρωτεύουσα.
Παρά τη σαφή αποκλιμάκωση της έντασης στο πεδίο τα τελευταία τρία χρόνια, η συγκεκριμένη πρακτική καταδεικνύει ότι η Τουρκία διατηρεί αμετακίνητη και σκληρή γραμμή στα ζητήματα του Αιγαίου. Μάλιστα, αξιοποιεί νέα διοικητικά και πολιτικά «εργαλεία» προκειμένου να ενισχύσει τη θέση της έναντι της διεθνούς κοινότητας, επιλέγοντας κινήσεις χαμηλής έντασης αλλά μακράς διάρκειας.
Σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, ο γενικόλογος και σκόπιμα ασαφής χαρακτήρας των NAVTEX, σε συνδυασμό με τη διετή ισχύ τους, εντάσσεται σε μια συστηματική στρατηγική αμφισβήτησης του υφιστάμενου καθεστώτος στο Αιγαίο. Κεντρικός στόχος είναι να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η περιοχή ανατολικά του 25ου μεσημβρινού –ο οποίος χωρίζει ουσιαστικά το Αιγαίο σε δύο τμήματα– υπάγεται σε τουρκική δικαιοδοσία. Παράλληλα, στην Αθήνα η συγκεκριμένη πρακτική εκλαμβάνεται ως μια μόνιμη μορφή πίεσης, που υποχρεώνει την ελληνική πλευρά σε διαρκή αντίδραση και άμυνα.
Οι τουρκικές αρχές αξιοποιούν διαχρονικά τέτοιου είδους έγγραφα και εντός του ΝΑΤΟ, όπου οι ελληνοτουρκικές διαφωνίες συχνά οδηγούν σε παρατεταμένες διαβουλεύσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι η Άγκυρα έχει επανειλημμένως επιχειρήσει να ενσωματώσει τις θέσεις της στους επιχειρησιακούς χάρτες της Συμμαχίας. Οι κρίσεις αποσοβούνται συνήθως μέσω συμβιβασμών, οι οποίοι, ωστόσο, καταλήγουν στην επίσημη καταγραφή της τουρκικής άποψης, στοιχείο που η Άγκυρα θεωρεί διπλωματικό κέρδος.
Κατά τις ίδιες πηγές, η Τουρκία επιδιώκει να οδηγήσει την Ελλάδα σε βεβιασμένες κινήσεις, αξιοποιώντας το αυξημένο γεωπολιτικό της βάρος στο ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια. Ταυτόχρονα, η τακτική αυτή φαίνεται να έχει και ευρύτερη στόχευση, καθώς στην Άγκυρα επιθυμούν να αποτελέσει προηγούμενο για άλλες χώρες που διατηρούν διαφορές με την Ελλάδα, όπως η κυβέρνηση της Τρίπολης στη Λιβύη.
Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται οι δύο πρόσφατες NAVTEX της Τουρκικής Υδρογραφικής Υπηρεσίας, με αριθμούς 0060/26 (Σταθμός Σμύρνης) και 0880/25 (Σταθμός Αττάλειας). Η πρώτη κάνει λόγο για αγγελίες που αφορούν την «τουρκική υφαλοκρηπίδα στο Αιγαίο», τα όρια της οποίας –όπως σημειώνεται– μένει να οριοθετηθούν, υπογραμμίζοντας ότι κάθε ερευνητική δραστηριότητα σε περιοχές «τουρκικής δικαιοδοσίας» οφείλει να γίνεται σε συνεννόηση με τις τουρκικές αρχές. Η δεύτερη απαριθμεί 23 ελληνικά νησιά, τα οποία χαρακτηρίζει ως «μόνιμα αποστρατιωτικοποιημένα», επικαλούμενη διεθνείς συνθήκες του 1914, του 1923 και του 1947, σύμφωνα με τη δική της ερμηνεία.
Η ελληνική πλευρά έχει απαντήσει μέσω των προβλεπόμενων διπλωματικών και ναυτιλιακών διαύλων, εκδίδοντας αντίστοιχες αγγελίες, με στόχο να καταστεί σαφές στη διεθνή ναυτιλιακή κοινότητα ότι το νομικό καθεστώς του Αιγαίου παραμένει αμετάβλητο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η NAVTEX 0060/26 εκδόθηκε μετά την πόντιση καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης μεταξύ νησιών του Κεντρικού και Ανατολικού Αιγαίου, δραστηριότητα για την οποία η Αθήνα είχε καταγγείλει παρενόχληση από τουρκική φρεγάτα – ισχυρισμό που η Άγκυρα διέψευσε, χωρίς όμως να μεταβάλει τις θέσεις της περί αρμοδιοτήτων.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της Τουρκίας εντείνεται η πολιτική πίεση προς την κυβέρνηση Ερντογάν από την αντιπολίτευση και εθνικιστικούς κύκλους, οι οποίοι κατηγορούν την Άγκυρα για εγκατάλειψη της επιθετικής γραμμής της «Γαλάζιας Πατρίδας», ιδίως σε Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο.
Η κριτική αυτή, σε συνδυασμό με τις κινήσεις χαμηλής αλλά διαρκούς έντασης στο Αιγαίο, συγκροτεί ένα σκηνικό στο οποίο η εσωτερική πολιτική πίεση ενδέχεται να λειτουργήσει ως καταλύτης για νέες προκλήσεις, με στόχο την επίδειξη ισχύος και τη διατήρηση της εικόνας της Τουρκίας ως περιφερειακής δύναμης.
Πιο συγκεκριμένα, η τουρκική εσωτερική πολιτική σκηνή το 2026 δονείται από μια έντονη αντιπαράθεση σχετικά με τη στρατηγική της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο, με την αντιπολίτευση να υιοθετεί μια ασυνήθιστα σκληρή και εθνικιστική ρητορική.
Ο Μουράτ Εμίρ, ηγετικό στέλεχος της αντιπολίτευσης, προκάλεσε αίσθηση στην πρόσφατη κοινοβουλευτική συζήτηση, συγκρίνοντας τη δυναμική παρουσία της Τουρκίας στη Σομαλία —όπου η Άγκυρα έχει επενδύσει σημαντικά σε στρατιωτικές βάσεις και ενεργειακές συμφωνίες— με την τρέχουσα «σιωπή» της στην Κύπρο. Το ερώτημά του αντικατοπτρίζει την αξίωση της αντιπολίτευσης για άμεση επιστροφή των γεωτρύπανων στις αμφισβητούμενες ζώνες της Μεσογείου, κατηγορώντας την κυβέρνηση Ερντογάν ότι έχει υποκύψει στις διεθνείς πιέσεις και έχει εγκαταλείψει την έμπρακτη υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.
Στο πλευρό αυτής της κριτικής τάσσεται και ο απόστρατος αντιναύαρχος Τζεμ Γκιουρντενίζ, ο οποίος θεωρείται ο «αρχιτέκτονας» του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας». Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξή του στην εφημερίδα Σοζτζού, ο Γκιουρντενίζ υποστηρίζει με καυστικό τρόπο ότι η Τουρκία απώλεσε de facto την κυριαρχία της στη Μεσόγειο ήδη από το 2020. Χρησιμοποιώντας τη φράση πως ό,τι δεν μπορείς να επισκεφθείς δεν σου ανήκει, ο απόστρατος αξιωματικός υπογραμμίζει ότι η σημερινή απουσία τουρκικών ερευνητικών πλοίων από την περιοχή ισοδυναμεί με συνθηκολόγηση και απώλεια του γεωπολιτικού ελέγχου.
Ως καθοριστικό σημείο αυτής της υποχώρησης περιγράφεται το περιστατικό με το πλοίο «Ροζαλίνα-Α». Η επιχείρηση ελέγχου του τουρκικού σκάφους από ξένες δυνάμεις ενώ αυτό έπλεε προς τη Λιβύη, αν και δεν απέδωσε ενοχοποιητικά στοιχεία, λειτούργησε κατά τον Γκιουρντενίζ ως μια «μαφιόζικου τύπου» προειδοποίηση της Δύσης προς την Άγκυρα. Ο ίδιος εκτιμά ότι η επίθεση εκείνη αποτέλεσε το «τέλος της τουρκικής προέλασης», καθώς έκτοτε η τουρκική ηγεσία ξεκίνησε μια σταδιακή αλλά σταθερή απόσυρση από τις μεγάλες διεκδικήσεις της, αφήνοντας κενό ισχύος το οποίο έσπευσαν να καλύψουν άλλοι περιφερειακοί δρώντες, υπονομεύοντας το όραμα της τουρκικής ναυτικής κυριαρχίας.