Η ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο

Η ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο
Ενημερώθηκε: 31/01/21 - 20:30
Του Γρηγόρη Δεμέστιχα*

Μία ματιά στον χάρτη της Ανατολικής – Νοτιοανατολικής Μεσογείου φανερώνει την μοναδικότητα της περιοχής. Είναι μία περιοχή που αποτελείται από ηπειρωτικές χώρες και νησιά, που ενώνει τρεις ηπείρους και υπήρξε το λίκνο πολιτισμών με κορυφαίο τον Ελληνικό πολιτισμό.

Η Νοτιοανατολική (ΝΑ), κυρίως, Μεσόγειος υπήρξε το πεδίο εντόνου ανταγωνισμού μεταξύ των λαών της περιοχής, μεταξύ των παρακτίων κρατών, των ισχυρών παγκοσμίων δυνάμεων αλλά και ισχυρών οικονομικών συμφερόντων. Στην ίδια περιοχή γεννήθηκαν μεγάλες θρησκείες και πολλά εθνικά κινήματα.

Επί αιώνες η ΝΑ Μεσόγειος είναι το επίκεντρο στρατηγικών συμφερόντων με συγκρούσεις, αναταραχές και εύθραυστες, συνήθως, διευθετήσεις συμφερόντων. Η ιστορία αποδεικνύει ότι καμία χώρα δεν μπόρεσε να ελέγξει την περιοχή εάν προηγουμένως δεν είχε αποκτήσει τον θαλάσσιο έλεγχό της.

Γεωπολιτικά η ΝΑ Μεσόγειος εξακολουθεί να παραμένει μια ζώνη αντιπαραθέσεων θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών, ενώ το Ανατολικό Ζήτημα εξακολουθεί να επανέρχεται. Για τον Ελληνισμό η προσοχή εστιάζεται στις επιδιώξεις της Τουρκίας, στην Κύπρο, Αιγαίο, Ν.Α. Μεσόγειο αλλά και στην Θράκη, ενώ ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος είναι οι εξελίξεις στην Βαλκανική, οι επιδιώξεις  των Βορείων γειτονικών χωρών της Ελλάδος, οι εξελίξεις στα κράτη της Μ. Ανατολής – Βορείου Αφρικής, οι επιδιώξεις της Τουρκίας για να καταστεί περιφερειακή δύναμις με συμμετοχή σε θέματα που αφορούν τις περιοχές Κασπίας-Καυκάσου, Συρίας, Ιράκ, Λιβύη, χώρες της Β.Α. και Βορείου Αφρικής.

Η Γεωστρατηγική αξία της Ν.Α. Μεσογείου είναι αυταπόδεικτη καθ’ όσον διέρχονται υποχρεωτικά όλες οι βασικές γραμμές για την μεταφορά υλικών, εφοδίων, ενισχύσεων και ενέργειας προς και από τις πλούσιες ενεργειακές πηγές Καυκάσου-Κασπίας, Β. Αφρικής και Μ. Ανατολής, τις χώρες της Δύσης, την Ρωσία και μέσω του Σουέζ τις χώρες της Ν.Δ. Ασίας και της Άπω Ανατολής. Η στρατηγική σημασία των σημείων υποχρεωτικής διελεύσεως (Δαρδανέλια, Αιγαίο, Θαλασσίων Περιοχών Κρήτης-Κύπρου, Σουέζ) παραμένει εξαιρετικά μεγάλη, ενώ το Αιγαίο είναι ο συνδετικός κρίκος για όλη την περιοχή.

Οι υποθαλάσσιες ενεργειακές πηγές στην ΝΑ Μεσόγειο (Ισραήλ, Αίγυπτο, Κύπρο, Νότια Κρήτη) προσδίδουν νέα οικονομική διάσταση και δημιουργούν αιτίες για πιθανές αντιπαραθέσεις με πρωταγωνιστή την Τουρκία, αλλά και υπαγορεύουν την αναγκαιότητα και τις προϋποθέσεις για ουσιαστικές συμμαχίες μεταξύ κρατών ενώ αναβαθμίζουν το ενδιαφέρον ισχυρών δυνάμεων και μεγάλων πετρελαϊκών εταιρειών.

Οι ήδη σχηματισθέντες άξονες συνεργασίας σε οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο (Ελλάδα – Κύπρος – Ισραήλ και Ελλάδα – Κύπρος – Αίγυπτος) εκτιμάται ότι είναι ισχυροί και διαφαίνεται η περαιτέρω προοδευτική διεύρυνση με ήπιες Μουσουλμανικές χώρες (ως ΗΑΕ, Ιορδανία αλλά και Σαουδική Αραβία). Οι οδοί διελεύσεως των σχεδιαζομένων αγωγών μεταφοράς ενεργειακών κοιτασμάτων αποτελούν ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο.

Συμπερασματικά η Ν.Α. Μεσόγειος εξακολουθεί να έχει τον ρόλο της «Ζωτικής Οδού» όχι μόνον για τις ΗΠΑ (ως υπεστηρίχθη από Αμερικανούς Αναλυτές του Mahan) αλλά οπωσδήποτε για την Ρωσία που αποτελεί βασική επιδίωξη ελέγχου της περιοχής από την εποχή του Μ. Πέτρου καθώς και τις παγκόσμιες δυνάμεις (ΕΕ, Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία).

Το ενδιαφέρον για την περιοχή εκδηλώνεται οικονομικά, πολιτισμικά αλλά κυρίως με την παρουσία Ναυτικών-Αεροναυτικών Δυνάμεων και την ανάπτυξη αναλόγων υποδομών.

Η Ελλάδα τις δεκαετίες 70, 80, 90 ανέπτυξε επαρκείς Ναυτικές-Αεροπορικές δυνάμεις ώστε να εξασφαλίζεται σε υψηλό βαθμό η αποτροπή έναντι της Τουρκικής προκλητικότητας. Η Τουρκία ήταν παραδοσιακά ισχυρή χερσαία δύναμις όμως μετά την κρίση των Ιμίων (1996) αντελήφθη ότι απαιτείται η ανάπτυξη ισχυρών ναυτικών δυνάμεων και προώθησε με συνέπεια και συνέχεια ναυτικό πρόγραμμα παράλληλα με την προώθηση του εκσυγχρονισμού όλων των Κλάδων των Ε.Δ. καθώς και των Σωμάτων Ασφαλείας αναπτύσσοντας την Πολεμική Βιομηχανία της σε σημαντικά επίπεδα ώστε να αποκτήσει και εξαγωγικό προσανατολισμό.    

Η αναβάθμιση της Τουρκικής Στρατιωτικής Ισχύος προέκυψε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την Άγκυρα προκειμένου να προωθήσει τους αντικειμενικούς στόχους εις βάρος γειτόνων της και κυρίως εις βάρος της Ελλάδος ώστε με απειλή ή χρήση βίας να επιτύχει τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Οι κρίσεις που προκάλεσε η Τουρκία έναντι της Ελλάδας-Κύπρου από την δεκαετία του 1960 έως το 2000 ήσαν δύο κατηγοριών:

- Προσχηματικές δηλαδή κρίσεις προκειμένου να δικαιολογήσει εχθροπραξίες που είχε ήδη προσχεδιάσει.

- Αμφισβήτησης ώστε να επιτευχθεί η υποχώρηση του αντιπάλου υπό την πίεση ενδεχόμενης χρήσης βίας.

Οι κρίσεις που προκάλεσε η Τουρκία ήσαν είτε Εθνικές δηλαδή αφορούσαν Ελλάδα-Κύπρο είτε καθαρά Ελληνοτουρκικές που αφορούσαν Ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Κατά χρονολογική σειρά η Τουρκία προκάλεσε κρίσεις: το 1964, 1967, 1974 (που ήσαν όλες προσχηματικές και Εθνικές με αποκορύφωμα την εισβολή στην Κύπρο το 1974) και το 1976, 1987, 1996 (που ήσαν κρίσεις αμφισβήτησης και καθαρά Ελληνοτουρκικές).

Τελικώς από τις κρίσεις που προανεφέρθησαν η Τουρκία επέτυχε αρκετούς αντικειμενικούς σκοπούς της:

- Με την κρίση το 1964 στην Κύπρο, σταμάτησε την προέλαση των Ελληνοκυπριακών δυνάμεων προς κατάληψη του θύλακα στην περιοχή Κόκκινα, πλην όμως δεν προχώρησε σε αποβατική ενέργεια κατόπιν επεμβάσεως των ΗΠΑ.

- Με την κρίση το 1967 και την απειλή πολέμου προς την Ελλάδα, επέβαλε την απόσυρση της Ελληνικής Μεραρχίας από την Κύπρο και άνοιξε το έδαφος για τουρκική απόβαση στην νήσο σε πρώτη ευκαιρία.

- Η ευκαιρία αυτή εδόθη το 1974 όταν η Ελληνική Κυβέρνηση ανεμείχθη στα εσωτερικά της Κύπρου με την απόπειρα εναντίον του Μακαρίου και εγκατάσταση των πραξικοπηματιών Κυπρίων στην Κυβέρνηση. Η Τουρκία εξετέλεσε αποβίβαση ουσιαστικά (όχι απόβαση) και κατέχει το 36% της νήσου μέχρι σήμερα.

- Με την κρίση του 1976 επέτυχε την συμφωνία με το πρωτόκολλο της Βέρνης για την μη εκτέλεση ερευνών σε αμφισβητούμενες  θαλάσσιες περιοχές που αφορούσαν το Ανατολικό Αιγαίο. Αυτό επιβεβαιώθηκε και στο Νταβός μετά την κρίση του Μαρτίου του 1987 μεταξύ των Πρωθυπουργών Ελλάδας-Τουρκίας και ενώ η στρατιωτική κρίση είχε γείρει υπέρ της Ελλάδος δεν έγινε από την Αθήνα η κατάλληλη πολιτική εκμετάλλευση. Με αυτήν την εξέλιξη ετέθη έκτοτε ο περιορισμός για την μη εκτέλεση ερευνών εκτός χωρικών υδάτων σε όλο το Αιγαίο όπως ερμηνεύεται από την Τουρκία. Αυτή η πολιτική υποχώρηση σε συνδυασμό με την διακήρυξη της Μαδρίτης του 1997 με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζει «νόμιμα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στο Αιγαίο» αποτελούν εξαιρετικά δυσμενή εξέλιξη αφού η Τουρκία κατά καιρούς επικαλείται το casus belli όχι μόνο για την περίπτωση επεκτάσεως των Ελληνικών χωρικών υδάτων (σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο) από 6 σε 12 ν.μ. αλλά και για την εκτέλεση ερευνών εκτός χωρικών υδάτων σε όλο το Αιγαίο.

- Με την κρίση του 1996 έθεσε διεκδικήσεις σε νήσους/ νησίδες του Αιγαίου.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 2010 και μετά την διαπίστωση υπάρξεως ενεργειακών κοιτασμάτων στην Ν.Α. Μεσόγειο και εντός της ΑΟΖ-Υφαλοκρηπίδας της Κύπρου αλλά την πιθανή ύπαρξη ενεργειακών κοιτασμάτων Νοτιοανατολικά και Νότια της Κρήτης, η Τουρκία προχωρά μεθοδικά σε αμφισβητήσεις των θαλασσίων Ζωνών (ΑΟΖ – Υφαλοκρηπίδα) των δύο χωρών.

Η Τουρκία έχοντας υλοποιήσει σοβαρό ναυτικό πρόγραμμα, που συνεχίζει με συνέπεια, έχει διαρκή παρουσία ναυτικών της μονάδων τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ν.Α. Μεσόγειο. Παράλληλα η Τουρκία προχώρησε σε προμήθεια ερευνητικών πλοίων αλλά και γεωτρυπάνων τα οποία χρησιμοποιεί εντός της ΑΟΖ της Κύπρου ενώ έχει εξαγγείλει και μελλοντικές γεωτρήσεις στην ΑΟΖ της Ελλάδος. Στόχος της Άγκυρας είναι η συμμετοχή της στα ενεργειακά θαλάσσια κοιτάσματα όλης της περιοχής καθώς και στην διακίνηση αυτών και αναλόγως της εξελίξεως αυτή η επιδίωξη να αποτελέσει κίνητρο για την Άγκυρα για διαλλακτικότερη στάση στο Κυπριακό.

Η Τουρκία προώθησε περαιτέρω το σενάριο των αμφισβητήσεων με την υπογραφή μνημονίου με την Λιβύη (την επί του παρόντος αναγνωρισμένη Κυβέρνηση) για συνορεύουσες Θαλάσσιες Ζώνες αγνοώντας τα Ελληνικά νησιά (Κρήτη, Κάσος, Κάρπαθος, Ρόδος) προφασιζόμενη ότι τα νησιά (όπως υποστηρίζει και για τα νησιά στο Εκτιμάται ότι ευρισκόμεθα (Ελλάδα και Κύπρος) σε περίοδο παρατεταμένης κρίσεως με την Τουρκία η οποία έχει ξεκινήσει ως Κρίση Αμφισβήτησης αλλά είναι δυνατόν να μεταλλαχθεί σε Προσχηματική Κρίση καθ’ όσον η Τουρκία εκτιμά ότι έχει σημαντική Στρατιωτική Ισχύ και μπορεί να επιβάλλει τις επιδιώξεις της ή έστω μέρος των επιδιώξεών της.

Δεν θα πρέπει να διαφεύγει η παράλληλη πίεση της Άγκυρας μέσω της ενεργοποιήσεως της λαθρομεταναστεύσεως προς την Ελλάδα η οποία αποτελεί την συνιστώσα του Υβριδικού Πολέμου που χρησιμοποιεί η Τουρκία.

Η Ελλάδα κυρίως κατά την τελευταία δεκαετία επλήγη από σοβαρή οικονομική κρίση η οποία είχε επιπτώσεις στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και την αναβάθμιση της Στρατιωτικής της Ισχύος.

Εν τούτοις η Ελλάδα και η Κύπρος προχώρησαν ικανοποιητικά τις εξωτερικές σχέσεις και συμμαχίες (άξονας Ελλάδος – Κύπρου – Ισραήλ, Ελλάδος – Κύπρου – Αιγύπτου) και αναβάθμισαν τις σχέσεις με ΗΠΑ ισορροπώντας και τις σχέσεις με την Ρωσία. Με αυτές τις αναβαθμίσεις η Αθήνα και η Λευκωσία αυξάνουν ένα παράγοντα της Εθνικής τους Ισχύος, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να αναβαθμίσουν με άμεσες λύσεις την Στρατιωτική Ισχύ. Η Ελλάδα κυρίως πρέπει να είναι εις θέση να αντιμετωπίσει αυτοδύναμα την Τουρκική απειλή όποτε απαιτηθεί.

Ανεξάρτητα από προγραμματισμούς μελλοντικών εξοπλιστικών προγραμμάτων απαιτούνται άμεσα μέτρα που παράλληλα με την στρατιωτική ισχυροποίηση της χώρας θα λειτουργούν και αποτρεπτικά έναντι της Τουρκίας:

- Αύξηση της θητείας

- Αρίστη λειτουργία του υπάρχοντος υλικού

- Πρόσκτηση μέσω παραχωρήσεως ή ενοικιάσεως καταλλήλου υλικού (κυρίως ναυτικών μονάδων με δυνατότητες αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής) από χώρες που υποστηρίζουν την Ελλάδα.

- Προγραμματισμός και υλοποίηση νέων εξοπλιστικών προγραμμάτων αναλόγως των οικονομικών δυνατοτήτων της χώρας.

Εκτιμάται ότι η μελλοντική συμπεριφορά της Τουρκίας θα είναι ανάλογη με την αντιμετωπιζόμενη αποφασιστικότητα και Στρατιωτική Ισχύ.

Παράλληλα η Αθήνα πρέπει να προχωρήσει με ταχείς ρυθμούς την οριοθέτηση των θαλασσίων Ζωνών με τις γειτονικές Μεσογειακές χώρες και να καταχωρήσει τις δίκαιες θέσεις της στους Διεθνείς Οργανισμούς.

 

*Ο κ. Γρηγόρης Δεμέστιχας είναι Αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού και Επίτιμος Αρχηγός Στόλου.