Αντιμέτωπος με αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις βρίσκεται ο Μπενιαμίν Νετανιάχου, καθώς επιχειρεί να περάσει τον κρατικό προϋπολογισμό και να αποτρέψει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, τις οποίες, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, δύσκολα θα κέρδιζε. Παρά τον πόλεμο με το Ιράν, η πολιτική του θέση δεν φαίνεται να ενισχύεται.
Στα πρώτα στάδια της σύγκρουσης, το περιβάλλον του Ισραηλινού πρωθυπουργού εκτιμούσε ότι οι στρατιωτικές εξελίξεις θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευνοϊκό κλίμα για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες. Ένα πιθανό σενάριο ήταν η μη έγκριση του προϋπολογισμού έως τα τέλη Μαρτίου, κάτι που θα οδηγούσε αυτόματα σε εκλογές εντός 90 ημερών.
Ωστόσο, σχεδόν έναν μήνα μετά, και με τον πόλεμο να μην έχει επιφέρει την ανατροπή της ιρανικής ηγεσίας, η στρατηγική φαίνεται να έχει αλλάξει. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, ο Νετανιάχου πλέον επιδιώκει να αποφύγει μια εκλογική αναμέτρηση, εστιάζοντας στην εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την ψήφιση του προϋπολογισμού.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση προχώρησε σε παραχωρήσεις προς πολιτικούς συμμάχους, επιταχύνοντας παράλληλα τις διαδικασίες στη Βουλή ώστε να τηρηθεί η κρίσιμη προθεσμία. Ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι εκλογές εν μέσω πολέμου θα ήταν ανεύθυνες, εκφράζοντας την επιθυμία να ολοκληρωθεί κανονικά η κυβερνητική θητεία.
Παρά τη μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από τη Γάζα στη σύγκρουση με το Ιράν—όπου υπάρχει μεγαλύτερη εθνική συναίνεση—οι δημοσκοπήσεις δεν δείχνουν ουσιαστική αλλαγή στους πολιτικούς συσχετισμούς. Το εκλογικό σώμα παραμένει βαθιά διχασμένο, με περίπου ίση στήριξη μεταξύ του κυβερνητικού συνασπισμού και της αντιπολίτευσης.
Έρευνες κοινής γνώμης δείχνουν ότι το κόμμα Λικούντ παραμένει πρώτο, αλλά με μειωμένη δύναμη, ενώ ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αναλυτές επισημαίνουν ότι η παρατεταμένη διάρκεια της σύγκρουσης, χωρίς σαφές αποτέλεσμα, ενισχύει την κόπωση της κοινωνίας.
Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος επιβαρύνει σημαντικά την οικονομία, με το κόστος να εκτιμάται σε δισεκατομμύρια εβδομαδιαίως και τις αμυντικές δαπάνες να αυξάνονται δραστικά. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια της κυβέρνησης να ικανοποιήσει αιτήματα κρίσιμων πολιτικών συμμάχων, όπως τα υπερορθόδοξα κόμματα.
Παρά τις αρχικές απειλές για καταψήφιση του προϋπολογισμού, οι εντάσεις φαίνεται να εκτονώθηκαν προσωρινά μετά τη διάθεση σημαντικών κονδυλίων προς την υπερορθόδοξη εκπαίδευση—μια κίνηση που η αντιπολίτευση επικρίνει ως πολιτικό συμβιβασμό για τη διατήρηση της εξουσίας.
Στις προκλήσεις του Νετανιάχου προστίθεται και η συνεχιζόμενη δίκη του για διαφθορά, την οποία ο ίδιος απορρίπτει, ενώ έχει ζητήσει χάρη από τον πρόεδρο του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ—ένα ενδεχόμενο που προκαλεί έντονες αντιδράσεις.
Με τον πόλεμο να συνεχίζεται και το πολιτικό σκηνικό να παραμένει ρευστό, η βασική στρατηγική του Ισραηλινού πρωθυπουργού φαίνεται να επικεντρώνεται στην αγορά χρόνου, αποφεύγοντας προς το παρόν το ρίσκο μιας πρόωρης εκλογικής αναμέτρησης.