Αμερικανοί αξιωματούχοι συζητούν το ενδεχόμενο εφάπαξ χρηματικών πληρωμών προς τους κατοίκους της Γροιλανδίας, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας να τους πείσουν να αποσχιστούν από τη Δανία και ενδεχομένως να ενταχθούν στις Ηνωμένες Πολιτείες, αποκαλύπτει το Reuters, επικαλούμενο τέσσερις πηγές με γνώση των σχετικών συζητήσεων.
Αν και το ακριβές ύψος των ποσών και οι πρακτικές λεπτομέρειες μιας τέτοιας κίνησης παραμένουν ασαφή, δύο από τις πηγές ανέφεραν ότι Αμερικανοί αξιωματούχοι –συμπεριλαμβανομένων συνεργατών του Λευκού Οίκου– έχουν εξετάσει ποσά που κυμαίνονται από 10.000 έως 100.000 δολάρια ανά άτομο. Οι ίδιες πηγές μίλησαν υπό καθεστώς ανωνυμίας, λόγω της ευαισθησίας του ζητήματος.
Η ιδέα της άμεσης χρηματικής αποζημίωσης των Γροιλανδών, κατοίκων ενός ημιαυτόνομου εδάφους της Δανίας με πληθυσμό περίπου 57.000 ανθρώπων, ρίχνει φως στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσινγκτον ενδέχεται να επιχειρήσει να «αγοράσει» τη Γροιλανδία, παρά τις επανειλημμένες και κατηγορηματικές δηλώσεις τόσο της Κοπεγχάγης όσο και του Νουούκ ότι το νησί «δεν πωλείται».
Σύμφωνα με το Reuters, η πρόταση των εφάπαξ πληρωμών αποτελεί μία μόνο από τις στρατηγικές που εξετάζονται στον Λευκό Οίκο για την απόκτηση της Γροιλανδίας. Άλλες επιλογές που έχουν τεθεί στο τραπέζι περιλαμβάνουν ακόμη και τη χρήση στρατιωτικής ισχύος, σενάριο που, ωστόσο, θεωρείται πολιτικά εκρηκτικό. Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναγνωρίζουν τον κίνδυνο μια τέτοια προσέγγιση να εκληφθεί ως υπερβολικά «συναλλακτική» ή ακόμη και προσβλητική για έναν πληθυσμό που εδώ και δεκαετίες συζητά την ανεξαρτησία του και την οικονομική του εξάρτηση από τη Δανία.
«Αρκετά πια… Τέλος οι φαντασιώσεις για προσάρτηση», έγραψε την Κυριακή σε ανάρτησή του στο Facebook ο πρωθυπουργός της Γροιλανδίας, Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν, απαντώντας σε νέες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι η Ουάσινγκτον «πρέπει να αποκτήσει» το νησί.
Ευρωπαϊκή αντίδραση και διπλωματικές εντάσεις
Οι δηλώσεις Τραμπ προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις στην Κοπεγχάγη και σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ευρωπαίοι ηγέτες υπογράμμισαν ότι τόσο η Δανία όσο και οι ΗΠΑ είναι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και δεσμεύονται από συμφωνίες αμοιβαίας άμυνας, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο προκλητικές τις αμερικανικές αναφορές σε προσάρτηση.
Την Τρίτη, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Δανία εξέδωσαν κοινή δήλωση, τονίζοντας ότι μόνο η Γροιλανδία και η Δανία έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν για τις μεταξύ τους σχέσεις.
Όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις αποκαλύψεις για τις συζητήσεις περί αγοράς του νησιού –συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας άμεσων πληρωμών– ο Λευκός Οίκος παρέπεμψε το Reuters σε δηλώσεις της εκπροσώπου Τύπου Καρολάιν Λέβιτ και του υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο.
Η Λέβιτ παραδέχθηκε ότι ο Τραμπ και οι σύμβουλοί του «εξετάζουν πώς θα μπορούσε να μοιάζει μια πιθανή αγορά», ενώ ο Ρούμπιο επιβεβαίωσε ότι θα συναντηθεί με τον Δανό ομόλογό του στην Ουάσινγκτον την επόμενη εβδομάδα, με αποκλειστικό αντικείμενο τη Γροιλανδία.
Στρατηγικά διακυβεύματα και σενάρια
Ο Τραμπ υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι η Γροιλανδία είναι ζωτικής σημασίας για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ, επικαλούμενος τη στρατηγική της θέση στην Αρκτική και τον πλούτο της σε κρίσιμα ορυκτά απαραίτητα για σύγχρονες στρατιωτικές και τεχνολογικές εφαρμογές. Παράλληλα, έχει επαναλάβει ότι το Δυτικό Ημισφαίριο πρέπει να παραμένει υπό την επιρροή της Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με πηγές του Reuters, οι εσωτερικές συζητήσεις στον Λευκό Οίκο για τη Γροιλανδία είχαν ξεκινήσει ήδη πριν από έναν χρόνο, αλλά εντάθηκαν μετά τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλα, Νικολάς Μαδούρο, σε αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση. Όπως ανέφερε μία από τις πηγές, η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι το μομέντουμ αυτής της επιχείρησης μπορεί να αξιοποιηθεί για την προώθηση ευρύτερων γεωπολιτικών στόχων.
Μία ακόμη επιλογή που εξετάζεται είναι η σύναψη ενός Συμφώνου Ελεύθερης Σύνδεσης (Compact of Free Association – COFA), μοντέλο που εφαρμόζεται ήδη σε κράτη όπως η Μικρονησία, οι Νήσοι Μάρσαλ και το Παλάου. Τέτοιες συμφωνίες προβλέπουν αμερικανική στρατιωτική προστασία και οικονομική στήριξη, με αντάλλαγμα ευρεία πρόσβαση των ΗΠΑ σε στρατιωτικές και εμπορικές δραστηριότητες.
Ωστόσο, μια COFA θα προϋπέθετε πιθανότατα την πλήρη ανεξαρτησία της Γροιλανδίας από τη Δανία, κάτι που μέχρι στιγμής παραμένει πολιτικά και οικονομικά αμφιλεγόμενο. Παρότι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Γροιλανδών επιθυμεί την ανεξαρτησία, οι ίδιες έρευνες καταδεικνύουν ότι οι περισσότεροι δεν επιθυμούν ένταξη στις Ηνωμένες Πολιτείες.