Σήμερα το μεσημέρι, ώρα Νέας Υόρκης, το ζεύγος Μαδούρο αναμένεται να εμφανιστεί ενώπιον του ομοσπονδιακού δικαστηρίου του Μανχάταν, αντιμετωπίζοντας βαρύ κατηγορητήριο. Την ίδια στιγμή, το διεθνές ενδιαφέρον στρέφεται στη Νέα Υόρκη και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, το οποίο συνεδριάζει εκτάκτως με αποκλειστικό θέμα την αμερικανική επίθεση στη Βενεζουέλα και τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο — μια εξέλιξη που, σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ, συνιστά «επικίνδυνο προηγούμενο».
Ο 63χρονος πρώην πρόεδρος της Βενεζουέλας κατηγορείται από τις αμερικανικές αρχές ότι παρείχε στήριξη σε διεθνή καρτέλ ναρκωτικών, μεταξύ των οποίων το καρτέλ Σιναλόα και η οργάνωση Tren de Aragua. Οι εισαγγελείς υποστηρίζουν ότι είχε κεντρικό ρόλο στη διακίνηση κοκαΐνης, αξιοποιώντας στρατιωτικές δυνάμεις για την προστασία φορτίων, προσφέροντας καταφύγιο σε εγκληματικές ομάδες και χρησιμοποιώντας ακόμη και προεδρικές εγκαταστάσεις για παράνομες δραστηριότητες. Στο κατηγορητήριο, που είχε απαγγελθεί για πρώτη φορά το 2020, περιλαμβάνεται και η σύζυγός του, Σίλια Φλόρες, η οποία κατηγορείται για απαγωγές, δολοφονίες και δωροδοκίες.
Η υπόθεση επαναφέρει μνήμες από τη σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά πριν από τρεις δεκαετίες. Όπως επισημαίνει το CNN, η δίκη του Νοριέγκα μπορεί να αποτελέσει νομικό οδηγό για την υπόθεση Μαδούρο, καθώς και τότε είχε προηγηθεί στρατιωτική επιχείρηση με κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών. Η υπεράσπιση του Νοριέγκα είχε επικαλεστεί παραβίαση του Διεθνούς Δικαίου και ασυλία αρχηγού κράτους, επιχειρήματα που ενδέχεται να επανέλθουν και σήμερα. Από την άλλη πλευρά, οι εισαγγελείς βασίζονται σε νομικό υπόμνημα του 1989, το οποίο αναγνωρίζει στον Αμερικανό πρόεδρο ευρείες εξουσίες για τη σύλληψη υπόπτων στο εξωτερικό, ακόμη και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.
Στο εσωτερικό της Βενεζουέλας, η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες κάλεσε τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια «ισορροπημένη σχέση σεβασμού», τονίζοντας ότι η χώρα επιδιώκει ειρήνη και διεθνή συνεργασία χωρίς εξωτερικές απειλές. Παράλληλα, ανακοίνωσε τη σύσταση επιτροπής με στόχο την απελευθέρωση του ζεύγους Μαδούρο, ενώ οι ένοπλες και αστυνομικές δυνάμεις τέθηκαν σε αυξημένη επιφυλακή για τη διασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας.
Από την πλευρά του, ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι «οι ΗΠΑ έχουν τον έλεγχο», αφήνοντας αιχμές προς τη βενεζουελανική ηγεσία και επαναλαμβάνοντας ότι η χώρα χρειάζεται μεγάλες επενδύσεις, κυρίως από πετρελαϊκές εταιρείες, για να ανασυγκροτηθεί. Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε ζητήματα εθνικής ασφάλειας με τη Γροιλανδία, το Ιράν, την Κολομβία, το Μεξικό και την Κούβα, ανεβάζοντας τους τόνους σε πολλαπλά μέτωπα.
Πιο συγκρατημένος εμφανίστηκε ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος ξεκαθάρισε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν σκοπεύουν να κυβερνήσουν τη Βενεζουέλα, αλλά να συμβάλουν στην ανοικοδόμηση της πετρελαϊκής της βιομηχανίας. Υποστήριξε ότι δεν ζητήθηκε άδεια από το Κογκρέσο, καθώς δεν επρόκειτο για εισβολή αλλά για «επιχείρηση επιβολής του νόμου», προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε προγενέστερη ενημέρωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε διαρροές.
Οι γεωπολιτικές εντάσεις αποτυπώθηκαν άμεσα στις αγορές. Ο χρυσός και το ασήμι ενισχύθηκαν ως ασφαλή καταφύγια, ενώ οι τιμές του πετρελαίου κινήθηκαν πτωτικά στις ασιατικές συναλλαγές. Την ίδια ώρα, η Κούβα κατήγγειλε ότι 32 πολίτες της σκοτώθηκαν κατά τις αμερικανικές επιδρομές στη Βενεζουέλα, με τον πρόεδρο Μιγκέλ Ντίαζ Κανέλ να κάνει λόγο για «κρατική τρομοκρατία».
Η υπόθεση Μαδούρο εξελίσσεται πλέον σε πολυεπίπεδη κρίση, με νομικές, διπλωματικές και οικονομικές προεκτάσεις που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της Βενεζουέλας.