Οι δρόμοι του Ιράν γεμίζουν ξανά από διαδηλωτές, καθώς το κύμα κοινωνικής οργής επιστρέφει με ένταση. Οι αρχές απαντούν με γνώριμες μεθόδους: περιορισμούς στο διαδίκτυο, συλλήψεις και αυξημένη καταστολή, επιχειρώντας να ελέγξουν την κατάσταση μέσω φόβου και πίεσης. Την ίδια ώρα, από την Ουάσιγκτον κλιμακώνεται η σκληρή ρητορική, ενώ στο παρασκήνιο του Ισραήλ συζητείται πλέον ανοιχτά το ενδεχόμενο μιας ριζικής λύσης απέναντι στο ιρανικό θεοκρατικό σύστημα.
Μπροστά σε αυτό το σκηνικό επανέρχεται το κρίσιμο ερώτημα: τι θα ακολουθήσει αν το καθεστώς πράγματι καταρρεύσει; Ο φόβος του χάους κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση, ωστόσο αναλυτές επισημαίνουν ότι η αστάθεια δεν αποτελεί αναπόφευκτη μοίρα μετά την πτώση μιας δικτατορίας, αλλά συχνά προκύπτει από την απουσία σχεδίου, αδύναμους θεσμούς και την παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων. Το Ιράν, αν και αντιμετωπίζει βαθιά προβλήματα, δεν ταυτίζεται πλήρως με περιπτώσεις όπως το Ιράκ ή η Λιβύη.
Η επίκληση της «σταθερότητας» ως δικαιολογία για τη διατήρηση αυταρχικών καθεστώτων παραμένει ένας διαχρονικός μύθος στη Μέση Ανατολή. Στην πράξη, αυτή η σταθερότητα συχνά στηρίζεται σε καταστολή, οικονομική ασφυξία και εξαγωγή κρίσεων στο εξωτερικό. Το παράδειγμα της Συρίας δείχνει τι μπορεί να συμβεί όταν η διεθνής κοινότητα εγκλωβίζεται στο δίλημμα «δικτάτορας ή χάος» χωρίς να επενδύει σε μια οργανωμένη μετάβαση.
Στο εσωτερικό του Ιράν, η αντίθεση είναι εμφανής: μια κοινωνία που, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, έχει απομακρυνθεί από τη θεοκρατική ιδεολογία και ένα κράτος με ακλόνητες δομές εξουσίας. Οι νεότερες γενιές δεν συνδέονται συναισθηματικά με την επανάσταση του 1979, ενώ η καθημερινότητα έχει ήδη αλλάξει σε επίπεδο συμπεριφορών. Ωστόσο, θεσμικά, ο έλεγχος παραμένει στα χέρια του Ανώτατου Ηγέτη, ο οποίος δεσπόζει σε στρατό, δικαιοσύνη και μηχανισμούς ασφαλείας.
Καθοριστικό ρόλο για την «επόμενη μέρα» παίζουν οι Φρουροί της Επανάστασης. Δεν αποτελούν μόνο στρατιωτική δύναμη, αλλά έναν πολυδιάστατο μηχανισμό που ελέγχει κρίσιμους τομείς της οικονομίας και της ασφάλειας. Οι κυρώσεις, αντί να τους αποδυναμώσουν, συχνά ενίσχυσαν τη δύναμή τους, γεγονός που γεννά τον φόβο ότι μια ενδεχόμενη κατάρρευση της θεοκρατίας δεν θα οδηγήσει αυτομάτως στη δημοκρατία, αλλά ενδεχομένως σε μια πιο «ψυχρή» στρατοκρατική διακυβέρνηση.
Αναλυτές περιγράφουν πέντε βασικά σενάρια: από μια δύσκολη αλλά ελεγχόμενη μετάβαση με διατήρηση των βασικών θεσμών, έως ένα εσωτερικό πραξικόπημα ή μια ανακύκλωση της ελίτ με μεταβατικό σχήμα περιορισμένης νομιμοποίησης. Το πιο δυσοίωνο ενδεχόμενο είναι η αποσύνθεση, με εθνοτικές και περιφερειακές εντάσεις να ανοίγουν τον δρόμο για αποσχίσεις και εξωτερικές παρεμβάσεις. Δεν αποκλείεται επίσης ένα καθεστώς σε κρίση να επιδιώξει εξωτερική κλιμάκωση, μεταφέροντας την πίεση εκτός συνόρων.
Το μεγάλο πρόβλημα παραμένει η απουσία μιας έτοιμης, οργανωμένης εναλλακτικής εξουσίας. Παρά την ύπαρξη κινημάτων, προσωπικοτήτων και δικτύων πολιτών, το καθεστώς έχει αποτρέψει τη δημιουργία θεσμικών δομών που θα μπορούσαν να στηρίξουν μια ομαλή μετάβαση. Έτσι, η έκβαση θα κριθεί από το ποιος θα ελέγξει τα όπλα, την οικονομία και τη νομιμοποίηση στους δρόμους.
Σε περίπτωση ρήξης, οι πρώτες 72 ώρες θα είναι καθοριστικές. Η στάση των δυνάμεων ασφαλείας, η ύπαρξη ενός ενιαίου μεταβατικού κέντρου και η λειτουργία της οικονομίας θα καθορίσουν αν η χώρα θα οδηγηθεί σε ελεγχόμενη αλλαγή ή σε επικίνδυνο κενό εξουσίας. Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν το Ιράν θα γνωρίσει αστάθεια — αυτή ήδη υπάρχει — αλλά αν θα υπάρξει ένα σοβαρό σχέδιο που θα αποτρέψει το χάος όταν ανοίξει το παράθυρο της αλλαγής.