Στο εκρηκτικό σκηνικό της Μέσης Ανατολής, όπου οι αεροπορικές επιδρομές και οι κλυδωνισμοί στις αγορές ενέργειας θολώνουν τη γραμμή μεταξύ πολέμου και ειρήνης, το Πακιστάν αναδεικνύεται σε έναν απρόσμενο πρωταγωνιστή. Μια χώρα που συχνά περιγράφεται μέσα από το πρίσμα της οικονομικής ευθραυστότητας και των εσωτερικών εντάσεων, προτείνει τώρα το Ισλαμαμπάντ ως έναν ουδέτερο χώρο για απευθείας διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση Τραμπ και την ηγεσία του Ιράν.
Αυτή η αιφνιδιαστική πρωτοβουλία δεν πηγάζει τόσο από γεωπολιτική φιλοδοξία, όσο από μια επιτακτική ανάγκη αυτοσυντήρησης. Με την οικονομία του να πιέζεται από τις ασφυκτικές συνθήκες του ΔΝΤ και τις τιμές του πετρελαίου να εκτοξεύονται λόγω της σύρραξης, το Πακιστάν δεν έχει την πολυτέλεια να παραμείνει παθητικός θεατής ενός πολέμου που απειλεί να μεταφέρει την αποσταθεροποίηση στο εσωτερικό του.
Η γεωγραφική εγγύτητα και η σύνθεση του πληθυσμού καθιστούν την κρίση άμεσα εγχώριο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ. Η χώρα μοιράζεται σύνορα 900 χιλιομέτρων με το Ιράν, ενώ φιλοξενεί περίπου 40 εκατομμύρια Σιίτες μουσουλμάνους, τη μεγαλύτερη κοινότητα παγκοσμίως έξω από το Ιράν.
Οι βίαιες διαδηλώσεις που ξέσπασαν σε πακιστανικές πόλεις μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Χαμενεΐ απέδειξαν πόσο γρήγορα οι σπίθες της Μέσης Ανατολής μπορούν να προκαλέσουν πυρκαγιά στο Πακιστάν. Ταυτόχρονα, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας, με επικεφαλής τον Στρατάρχη Ασίμ Μουνίρ, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην προσέγγιση.
Ο Μουνίρ, τον οποίο ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκαλέσει δημόσια ως τον «αγαπημένο του στρατάρχη», διαθέτει το απαραίτητο κύρος και τους ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας τόσο με τον Λευκό Οίκο όσο και με τους Φρουρούς της Επανάστασης, προσφέροντας μια αξιοπιστία που δύσκολα συναντάται σε άλλους μεσολαβητές της περιοχής.
Παρόλο που δεν υπάρχει ακόμη επίσημη επιβεβαίωση για τη διεξαγωγή των συνομιλιών, η κινητικότητα στο παρασκήνιο είναι έντονη. Μέσω Πακιστανών μεσολαβητών φέρεται να διακινείται ένα αμερικανικό σχέδιο που περιλαμβάνει τη μερική άρση κυρώσεων και τον περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, με αντάλλαγμα το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη θέτει τους δικούς της σκληρούς όρους, απαιτώντας πολεμικές αποζημιώσεις και εγγυήσεις κατά των στοχευμένων δολοφονιών.
Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση, το Πακιστάν έχει ήδη καταφέρει να επαναπροσδιορίσει τη διεθνή του εικόνα. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα πεδίο συγκρούσεων τρίτων, αλλά ως ο πιθανός χώρος όπου μπορεί να ξεκινήσει η εκτόνωση μιας παγκόσμιας κρίσης.