Σε συμβιβασμό κατέληξαν οι δύο δικαστικές διαμάχες κατά του Ίλον Μασκ για την αμφιλεγόμενη πρωτοβουλία του να προσφέρει έπαθλα ύψους 1 εκατ. δολαρίων σε εγγεγραμμένους ψηφοφόρους ενόψει των αμερικανικών εκλογών του 2024.
Η εξέλιξη έγινε γνωστή την Πέμπτη μέσω δικαστικών εγγράφων που κατατέθηκαν σε δύο ξεχωριστές υποθέσεις, χωρίς να γίνονται γνωστοί οι όροι των συμφωνιών ούτε αν προβλέπεται καταβολή χρημάτων.
Ο δισεκατομμυριούχος είχε δηλώσει δημόσια ότι οι νικητές θα επιλέγονταν τυχαία. Οι δικηγόροι του παραδέχθηκαν όμως αργότερα στο δικαστήριο ότι η επιλογή δεν γινόταν με κλήρωση, αλλά με βάση το κατά πόσο οι υποψήφιοι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως αποτελεσματικοί εκπρόσωποι του super PAC που στήριζε τον Ντόναλντ Τραμπ. Οι αγωγές αφορούσαν τη νομιμότητα της πρακτικής, η οποία είχε προκαλέσει αντιδράσεις για πιθανή παραβίαση της εκλογικής νομοθεσίας.
Το 2024 το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ είχε προειδοποιήσει τον Μασκ ότι οι χρηματικές παροχές θα μπορούσαν να παραβιάζουν την ομοσπονδιακή νομοθεσία που απαγορεύει την εξαγορά ψήφων.
Ο εισαγγελέας της Φιλαδέλφειας είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη ζητώντας να σταματήσει η διαδικασία, όμως δικαστής της πολιτείας επέτρεψε τη συνέχισή της την παραμονή των εκλογών. Νωρίτερα το 2026, η διακομματική Εκλογική Επιτροπή του Ουισκόνσιν κατέληξε ότι ο Μασκ πιθανότατα παραβίασε την πολιτειακή νομοθεσία.
Ο Μασκ εξακολουθεί να έχει σημαντικό ρόλο στη χρηματοδότηση των Ρεπουμπλικανών. Σύμφωνα με το CNN, έχει διαθέσει τουλάχιστον 276 εκατ. δολάρια σε Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του 2026, ενώ παραμένει από τις πλέον προβεβλημένες προσωπικότητες που προωθούν ισχυρισμούς για την εκλογική διαδικασία, ορισμένοι από τους οποίους έχουν χαρακτηριστεί «παραπληροφόρηση».
Η διευθέτηση κλείνει δύο δικαστικές διαφορές, χωρίς να αίρει αυτομάτως τα ερωτήματα για τη νομιμότητα των παροχών και τον τρόπο επιλογής των παραληπτών.