Η Τουρκία επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, στον απόηχο των πρόσφατων ελληνικών κινήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, που περιλαμβάνουν την εγκατάσταση συστοιχίας πυραύλων Patriot στην Κάρπαθο, καθώς και την αποστολή δύο ελληνικών φρεγατών και τεσσάρων μαχητικών F-16 στην Κύπρο.
Η ελληνική πρωτοβουλία, η οποία στόχευε τόσο στην ενίσχυση της ασφάλειας της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και στην ενεργή παρουσία της Αθήνας σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη γεωπολιτική συγκυρία στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, τέθηκε άμεσα στο μικροσκόπιο της Άγκυρας.
Λίγες ώρες μετά τις αποφάσεις του ΚΥΣΕΑ πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη και του Τούρκου ομολόγου του Χακάν Φιντάν, κατά την οποία συζητήθηκαν οι εξελίξεις, με επίκεντρο την αποστολή ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο. Οι κινήσεις αυτές συνοδεύτηκαν από δηλώσεις Ελλήνων και Κυπρίων αξιωματούχων περί ενότητας του ελληνισμού και αναφοράς στο ενιαίο αμυντικό δόγμα Ελλάδας-Κύπρου.
Μετά την προσγείωση των ελληνικών μαχητικών στην Πάφο και τον ελλιμενισμό των φρεγατών «Κίμων» και «Ψαρά» στη Λεμεσό, ακολούθησε η αποστολή των Patriot στην Κάρπαθο, νησί το οποίο η Τουρκία συμπεριλαμβάνει στις διεκδικήσεις της περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου.
Η τουρκική πλευρά εμφανίζεται ενοχλημένη, θεωρώντας ότι η Αθήνα προχωρά σε ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας της στην περιοχή, δημιουργώντας μια ενιαία αμυντική ζώνη που εκτείνεται από την Κύπρο και τα Δωδεκάνησα έως την Κρήτη. Στην Άγκυρα εκτιμούν ότι οι κινήσεις αυτές δημιουργούν «τετελεσμένα», ιδίως καθώς παραμένει άγνωστο για πόσο διάστημα θα παραμείνουν οι πύραυλοι Patriot στην Κάρπαθο.
Παρότι στην επίσημη ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών δεν γίνεται ρητή αναφορά στο συγκεκριμένο νησί, εκφράζεται γενικότερη δυσαρέσκεια για «πρόσφατες δηλώσεις που αντιβαίνουν στο καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου», τις οποίες χαρακτηρίζει «επιπόλαιες και άκαιρες».
Η Άγκυρα επικαλείται τις συνθήκες της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων (1947) ως βάση των ισχυρισμών της. Από ελληνικής πλευράς, ωστόσο, οι αιτιάσεις αυτές απορρίπτονται ως μονομερείς και ανυπόστατες. Η εκπρόσωπος του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών Λάνα Ζωχιού υπενθύμισε ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη των Παρισίων, ενώ υπογράμμισε ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα άμυνας σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ.
Η Αθήνα επικαλείται επίσης την τουρκική στρατιωτική παρουσία στα μικρασιατικά παράλια, όπου υπάρχουν ισχυρές αποβατικές δυνάμεις, καθώς και το ιστορικό προηγούμενο της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο το 1974, ως λόγους που καθιστούν αναγκαία την αμυντική θωράκιση των νησιών.
Παράλληλα, η τουρκική διπλωματία εμφανίζεται ιδιαίτερα επικριτική για την παρουσία ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων στην Κύπρο, επαναφέροντας ιστορικές αναφορές στις διακοινοτικές συγκρούσεις της δεκαετίας του 1960 και στο αφήγημα περί προστασίας των Τουρκοκυπρίων.
Τούρκοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι οι Τουρκοκύπριοι και η «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου», με την υποστήριξη της Άγκυρας, μπορούν να διασφαλίσουν την ασφάλειά τους χωρίς εξωτερική παρέμβαση, ενώ το τουρκικό υπουργείο Άμυνας προειδοποιεί ότι η Τουρκία διατηρεί τα δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς της εγγυήτριας δύναμης.
Στην Αθήνα, πάντως, εκτιμάται ότι η Άγκυρα δύσκολα θα επιλέξει περαιτέρω κλιμάκωση στο Αιγαίο στη σημερινή συγκυρία, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις και ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή καθιστούν ανεπιθύμητη μια ένταση μεταξύ δύο χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.
Η ελληνική πλευρά επιμένει ότι η ενίσχυση της αμυντικής της διάταξης αποτελεί αναγκαία προετοιμασία σε μια περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας στην περιοχή και δεν στρέφεται εναντίον της Τουρκίας, αλλά αποσκοπεί στην προστασία της χώρας και της ευρύτερης περιοχής.
Σε κάθε περίπτωση, οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επηρεάσουν τις ισορροπίες τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στις ελληνοτουρκικές σχέσεις την επόμενη περίοδο.