Ο νέος γαλλικός νόμος για την επαναπατρισμό πολιτιστικών αγαθών, ο οποίος ψηφίστηκε πρόσφατα, δημιουργεί τις νομικές προϋποθέσεις για την επιστροφή στην Αθήνα τουλάχιστον ορισμένων από τα θραύσματα του Παρθενώνα που φυλάσσονται στο Μουσείο του Λούβρου.
Την άποψη αυτή διατυπώνει σε άρθρο της στην εφημερίδα Le Monde η Κατερίνα Τιτή, δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS).
Όπως εξηγεί η Ελληνίδα ερευνήτρια, ενώ η συζήτηση για την επιστροφή αποικιακών κειμηλίων στην υποσαχάρια Αφρική έχει προχωρήσει, η αποκατάσταση λεηλατημένων αρχαιοτήτων από την ευρωπαϊκή και μεσογειακή αρχαιότητα παρέμενε μέχρι σήμερα θέμα «ταμπού» για τη Γαλλία.
Ο νέος νόμος χαρακτηρίζεται ιστορικός, ωστόσο θέτει δύο αυστηρούς περιορισμούς: αφορά αποκλειστικά παράνομες αποκτήσεις που έγιναν μετά το χρονολογικό ορόσημο του 1815 και εξαιρεί αρχαιότητες που προέρχονται από επίσημες συμφωνίες διαμοιρασμού ανασκαφών ή επιστημονικές ανταλλαγές.
Εξετάζοντας την περίπτωση του Λούβρου, η κ. Τιτή επισημαίνει ότι το μουσείο κατέχει πλήθος ελληνικών αρχαιοτήτων, μεταξύ των οποίων και αρκετά επιβεβαιωμένα ή πιθανολογούμενα τμήματα του Παρθενώνα.
Τα περισσότερα από αυτά αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο από τον Γάλλο διπλωμάτη και αρχαιολόγο Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάο Φοβέλ στα τέλη του 18ου αιώνα, ο οποίος δρούσε υπό τις ρητές εντολές του Γάλλου πρεσβευτή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία να «λεηλατήσει στην Αθήνα ό,τι μπορεί να λεηλατηθεί».
Η νομική ανάλυση της προέλευσης των θραυσμάτων αναδεικνύει τα εξής δεδομένα:
Η μετόπη Κενταύρου και Λαπιθίδας: Αγοράστηκε από το Λούβρο σε δημοπρασία το 1818. Καθώς η επίσημη ένταξή της στη δημόσια περιουσία της Γαλλίας έγινε μετά το 1815, εμπίπτει ξεκάθαρα στις διατάξεις του νέου νόμου και μπορεί να επιστραφεί.
Μεταγενέστερες αποκτήσεις: Μία κεφαλή από μετόπη που αγοράστηκε το 1880, καθώς και δύο ακόμη κεφαλές που αποκτήθηκαν το 1916 και το 1927, πληρούν επίσης το χρονολογικό κριτήριο του νόμου.
Η πλάκα με τις «Εργαστίνες»: Το εμβληματικό αυτό τμήμα της ζωφόρου κατασχέθηκε από τους Γάλλους επαναστάτες το 1792. Επειδή η απόκτησή του προηγείται του 1815, δεν μπορεί να υπαχθεί στην απλουστευμένη διαδικασία του νέου νόμου. Ωστόσο, η κ. Τιτή τονίζει ότι η επιστροφή του παραμένει εφικτή μέσω της παραδοσιακής οδού, δηλαδή με την ψήφιση ενός ειδικού, εξατομικευμένου νόμου από το γαλλικό κοινοβούλιο.
Η συγγραφέας διευκρινίζει ότι η διαδικασία επαναπατρισμού δεν είναι αυτόματη, καθώς απαιτείται και η σύμφωνη γνώμη των διοικήσεων των γαλλικών εθνικών μουσείων για την έξοδο έργων από τις συλλογές τους. Παράλληλα, απαιτείται λεπτομερής έρευνα για την προέλευση κάθε κομματιού πριν διατυπωθεί ένα επίσημο ελληνικό αίτημα.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζει ότι πέρα από το γράμμα του νόμου, η Γαλλία οφείλει να επιδείξει την απαραίτητη πολιτική βούληση. Στο πλαίσιο των στενών διμερών σχέσεων με την Ελλάδα, το Παρίσι θα μπορούσε να ακολουθήσει τα παραδείγματα του Βατικανού, της Ιταλίας και του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, προχωρώντας σε μια χειρονομία καλής θέλησης που θα ξεπερνά τις στενές νομικές αγκυλώσεις.