Η Γαλλία εκτοπίζει σταδιακά την Ιταλία από τη θέση του κύριου παράγοντα ανησυχίας για τις αγορές όσον αφορά τη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους στην Ευρωζώνη.
Η αλλαγή του επενδυτικού κλίματος αποτυπώνεται έντονα στη συμπεριφορά των 10ετών κρατικών ομολόγων, όπου το γαλλικό χρέος διαπραγματεύεται με υψηλότερες αποδόσεις από το ιταλικό, καθώς οι επενδυτές απαιτούν πλέον αυξημένο ασφάλιστρο κινδύνου για να διακρατήσουν γαλλικούς τίτλους.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ιστορική ανατροπή των ισορροπιών. Η Ιταλία, η οποία για περισσότερο από μία δεκαετία θεωρούνταν ο αδύναμος κρίκος της Ευρώπης λόγω του υψηλού χρέους της, καταγράφει πλέον πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα και υποχώρηση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Παράλληλα, η δημοσιονομική πειθαρχία και η πολιτική σταθερότητα της κυβέρνησης Μελόνι έχουν αποσπάσει θετικά σχόλια από τους διεθνείς οίκους, προσελκύοντας εκ νέου ξένα κεφάλαια.
Αντιθέτως, η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με αυτό που οι αναλυτές αποκαλούν «τέλεια καταιγίδα». Η επιδείνωση της δημοσιονομικής της θέσης, με το έλλειμμα να ξεπερνά το 5% του ΑΕΠ και το χρέος να αυξάνεται, συνδυάζεται με έντονη πολιτική αστάθεια.
Η κυβέρνηση μειοψηφίας στο Παρίσι καλείται να διαπραγματευτεί έναν εξαιρετικά δύσκολο προϋπολογισμό εν μέσω ισχυρών πιέσεων για κοινωνικές δαπάνες, την ώρα που οι μνήμες από τις κυβερνητικές καταρρεύσεις των προηγούμενων ετών παραμένουν νωπές.
Η αβεβαιότητα επιτείνεται από τον ορίζοντα των ερχόμενων προεδρικών εκλογών. Η άνοδος των ποσοστών των πολιτικών δυνάμεων στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος τροφοδοτεί τους φόβους των επενδυτών για επικράτηση υποψηφίων λιγότερο φιλικών προς τις αγορές.
Καθώς θεσμικοί επενδυτές και διεθνή κεφάλαια προβαίνουν σε ανακατανομή των θέσεών τους απομακρυνόμενοι από τα γαλλικά ομόλογα, το Παρίσι καλείται να διαχειριστεί μια πρωτοφανή πίεση, με τα ασφάλιστρα κινδύνου να προσεγγίζουν επίπεδα που παραπέμπουν στην ευρωπαϊκή κρίση χρέους.