Αυξημένη συμμετοχή καταγράφεται στο κρίσιμο δημοψήφισμα που διεξάγεται στην Ισλανδία, όπου οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν για την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων ένταξης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία του εθνικού ραδιοτηλεοπτικού φορέα RÚV, η προσέλευση στην πρωτεύουσα, Ρέικιαβικ, έως το μεσημέρι ξεπέρασε τα ποσοστά των βουλευτικών εκλογών του 2024, φτάνοντας το 13,7% στη Βόρεια περιφέρεια και το 14% στη Νότια, ενώ περισσότεροι από το 20% των ψηφοφόρων είχαν ήδη ασκήσει το εκλογικό τους δικαίωμα πριν από την ημέρα της κάλπης.
Οριακή ισορροπία στις δημοσκοπήσεις και τα επιχειρήματα των δύο πλευρών
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δείχνουν μια αμφίρροπη αναμέτρηση, με το «ναι» να συγκεντρώνει οριακό προβάδισμα 50,4% έναντι 49,6% του «όχι». Οι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής πορείας δίνουν έμφαση στη σταθερότητα που προσφέρει το ευρώ έναντι της εγχώριας κορόνας, καθώς και στην ανάγκη συλλογικής αντιμετώπισης παγκόσμιων προκλήσεων, όπως η κλιματική αλλαγή.
Αντίθετα, οι πολεμίοι της ένταξης υποστηρίζουν ότι το υφιστάμενο καθεστώς προστατεύει την εθνική κυριαρχία, επιτρέποντας παράλληλα ευνοϊκότερες διμερείς εμπορικές συμφωνίες.
Το ιστορικό υπόβαθρο και ο παράγοντας της γεωπολιτικής ασφάλειας
Η Ισλανδία είχε υποβάλει αίτηση προσχώρησης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της σοβαρής οικονομικής κρίσης, όμως οι συνομιλίες ανεστάλησαν το 2013 από την τότε ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση. Μια ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» θα ανοίξει εκ νέου τον διάλογο με τις Βρυξέλλες σε 35 κεφάλαια, με κομβικό σημείο το καθεστώς αλιείας, όπου το Ρέικιαβικ επιδιώκει να διατηρήσει τον αποκλειστικό του έλεγχο.
Παράλληλα, η επιστροφή του πολέμου στην Ευρώπη μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες για τις αμερικανικές θέσεις περί Αρκτικής, έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο τα ζητήματα ασφάλειας για τη νησιωτική χώρα, η οποία δεν διαθέτει δικό της στρατό.