Η Μέση Ανατολή, όπως διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλάζει ριζικά, δίνοντας τη θέση της σε ένα ευρύτερο και πιο σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, στο οποίο οι περιφερειακές συγκρούσεις συνδέονται ολοένα περισσότερο.
Από την Ουκρανία και τον Καύκασο έως την Ινδία, την Ανατολική Μεσόγειο και το Κέρας της Αφρικής, οι στρατιωτικές αντιπαραθέσεις, οι συμμαχίες και οι ανταγωνισμοί διαμορφώνουν ένα ενιαίο πλέγμα αλληλεξαρτήσεων, με αυξημένους κινδύνους για τη διεθνή ασφάλεια.
Αυτή είναι η βασική εκτίμηση του Βρετανού ιστορικού και συγγραφέα Σάιμον Σίμπαγκ Μόντεφιορε, σε εκτενή ανάλυσή του στη Wall Street Journal με τίτλο «Ο θάνατος της παλιάς Μέσης Ανατολής και ο επικίνδυνος νέος κόσμος που την αντικαθιστά».
Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι έξι διαφορετικά γεωπολιτικά μέτωπα αρχίζουν να συγκλίνουν, δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο μια τοπική σύγκρουση μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα.
Στον νέο αυτόν γεωπολιτικό χάρτη, η Ελλάδα καταλαμβάνει θέση στρατηγικής σημασίας, καθώς βρίσκεται στο σημείο συνάντησης των ανταγωνισμών στην Ανατολική Μεσόγειο, των ελληνοτουρκικών διαφορών και της ενισχυμένης συνεργασίας της Αθήνας με το Ισραήλ.
Η Ελλάδα στο επίκεντρο του «Βυζαντινού Θεάτρου»
Ιδιαίτερη αναφορά στην ανάλυση γίνεται στην αμυντική συνεργασία Ελλάδας και Ισραήλ, με αφορμή τη συμφωνία ύψους 3,5 δισ. δολαρίων που υπογράφηκε τον Αύγουστο. Σύμφωνα με τον Μόντεφιορε, πρόκειται για τη μεγαλύτερη συμφωνία εξαγωγής οπλικών συστημάτων στην ιστορία του Ισραήλ, με κεντρικό στοιχείο την ανάπτυξη του συστήματος αεράμυνας και αντιπυραυλικής προστασίας «Ασπίδα του Αχιλλέα».
Ωστόσο, η στρατηγική σημασία της Ελλάδας δεν περιορίζεται στον τομέα των εξοπλισμών. Ο ιστορικός εντάσσει την περιοχή της Ελλάδας, της Τουρκίας και της Ανατολικής Μεσογείου σε ένα από τα έξι γεωπολιτικά μέτωπα που εξετάζει, το οποίο αποκαλεί «Βυζαντινό Θέατρο».
Σύμφωνα με την προσέγγισή του, η Τουρκία αποτελεί έναν κομβικό συνδετικό κρίκο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, αλλά και μεταξύ του χριστιανικού και του μουσουλμανικού κόσμου. Υπό τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Άγκυρα επιδιώκει να ενισχύσει την περιφερειακή της επιρροή, αξιοποιώντας τη στρατιωτική και οικονομική της ισχύ, την ισλαμική της ταυτότητα και την οθωμανική ιστορική κληρονομιά.
Η επιδίωξη αυτή φέρνει την Τουρκία σε ανταγωνιστική τροχιά με το Ισραήλ, ενώ παράλληλα εντείνει τις αντιθέσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι θαλάσσιες διαφορές Ελλάδας και Τουρκίας, σε συνδυασμό με τον ανταγωνισμό για την ενέργεια και το φυσικό αέριο, έχουν συμβάλει στη στενότερη στρατηγική συνεργασία Αθήνας και Τελ Αβίβ.
Έξι γεωπολιτικά μέτωπα με κοινό παρονομαστή
Η ανάλυση του Μόντεφιορε βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές της Μέσης Ανατολής δεν επαρκούν πλέον για να ερμηνεύσουν τις διεθνείς εξελίξεις. Οι αντιπαραθέσεις δεν καθορίζονται αποκλειστικά από θρησκευτικές διαφορές ή από τη σύγκρουση Δύσης και Ισλάμ. Αντίθετα, τα κράτη διαμορφώνουν τις επιλογές τους με βάση τις ανάγκες ασφάλειας, τη στρατιωτική ισχύ, την τεχνολογία, την ενέργεια και τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται τρεις ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις: η Τουρκία, το Ιράν και το Ισραήλ. Η Τεχεράνη επιδιώκει να διατηρήσει την επιρροή της στον Περσικό Κόλπο, η Άγκυρα επιχειρεί να εδραιώσει την παρουσία της στη Συρία και στην ευρύτερη περιοχή, ενώ το Ισραήλ αναζητεί νέες ισορροπίες για την ασφάλειά του.
Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και οι μοναρχίες του Κόλπου διαδραματίζουν ολοένα σημαντικότερο ρόλο, ενώ οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ρωσία επηρεάζουν τις εξελίξεις μέσα από τις στρατηγικές τους επιδιώξεις και τις σχέσεις τους με τις περιφερειακές δυνάμεις.
Από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τον Καύκασο
Το πρώτο πεδίο σύγκλισης είναι ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας. Οι σχέσεις της Μόσχας με την Τεχεράνη, σε συνδυασμό με τις νέες συμφωνίες ασφαλείας που συνάπτει το Κίεβο με χώρες του Κόλπου, συνδέουν ολοένα περισσότερο το ουκρανικό μέτωπο με τις αντιπαραθέσεις μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και ΗΠΑ.
Το δεύτερο μέτωπο εκτείνεται στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία. Η Τουρκία ενισχύει τους δεσμούς της με το Αζερμπαϊτζάν, ενώ η Αρμενία στρέφεται προς την Ινδία για την προμήθεια οπλικών συστημάτων. Την ίδια στιγμή, το Πακιστάν εμβαθύνει τη συνεργασία του με την Τουρκία, η Ινδία διατηρεί στενούς δεσμούς με το Ισραήλ και το Καζακστάν επιχειρεί να περιορίσει την εξάρτησή του από τη Ρωσία.
Οι σχέσεις αυτές δημιουργούν ένα σύνθετο δίκτυο συμμαχιών και ανταγωνισμών, το οποίο συνδέει περιοχές που μέχρι πρότινος αντιμετωπίζονταν ως ξεχωριστά γεωπολιτικά πεδία.
Η πυρηνική διάσταση και ο ανταγωνισμός Ινδίας–Πακιστάν
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η σύνδεση των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή με τη Νότια Ασία, όπου η αντιπαράθεση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν αποκτά ευρύτερες διαστάσεις λόγω του πυρηνικού οπλοστασίου των δύο χωρών.
Το Πακιστάν ενισχύει τις σχέσεις του με τη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, ενώ η Ινδία διατηρεί στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ, χωρίς να εγκαταλείπει τους παραδοσιακούς δεσμούς της με το Ιράν και τη Ρωσία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και ο οικονομικός διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ένα σχέδιο διασύνδεσης της Ινδίας με τον Κόλπο και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προοπτική υλοποίησής του προσδίδει πρόσθετη γεωπολιτική και οικονομική σημασία στην ευρύτερη περιοχή, καθώς οι εμπορικές υποδομές και οι ενεργειακές διαδρομές αποτελούν πλέον μέρος του διεθνούς ανταγωνισμού.
Η Αφρική ως νέο πεδίο αντιπαράθεσης
Δύο ακόμη μέτωπα εντοπίζονται στην αφρικανική ήπειρο. Το Σουδάν, η Σομαλία, η Αιθιοπία και η Ερυθρά Θάλασσα έχουν εξελιχθεί σε πεδία ανταγωνισμού για την Τουρκία, το Ισραήλ, την Αίγυπτο, το Ιράν και τις χώρες του Κόλπου.
Στο επίκεντρο βρίσκονται ο έλεγχος στρατηγικών λιμανιών, η πρόσβαση σε εμπορικές οδούς και πρώτες ύλες, καθώς και η δυνατότητα στρατιωτικής παρουσίας σε κρίσιμα σημεία των θαλάσσιων μεταφορών.
Παράλληλα, στο Σαχέλ, η πολιτική αστάθεια, η δράση τζιχαντιστικών οργανώσεων και η εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων δημιουργούν πρόσθετες εστίες έντασης, με πιθανές επιπτώσεις έως τη Λιβύη και την Αίγυπτο.
Ο κίνδυνος μιας γενικευμένης γεωπολιτικής ανάφλεξης
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η έννοια της Μέσης Ανατολής δεν αρκεί πλέον για να περιγράψει την έκταση των εξελίξεων. Το γεωπολιτικό πεδίο που πρέπει να παρακολουθούν οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις εκτείνεται από τη Νότια Ευρώπη και τη Βόρεια Αφρική έως τη Νότια Ασία και την Ανατολική Αφρική.
Όσο περισσότερο συνδέονται τα επιμέρους μέτωπα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος μια περιορισμένη σύγκρουση να προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε άλλες περιοχές. Ο Μόντεφιορε χρησιμοποιεί τον όρο «flashover», ο οποίος περιγράφει στη δυναμική των πυρκαγιών τη στιγμή κατά την οποία διαφορετικές εστίες ενώνονται και προκαλούν σχεδόν ταυτόχρονη γενικευμένη ανάφλεξη.
Αντίστοιχα, σε γεωπολιτικό επίπεδο, ο κίνδυνος είναι να συνδεθεί περαιτέρω ο πόλεμος Ρωσίας–Ουκρανίας με την αντιπαράθεση ΗΠΑ–Ιράν–Ισραήλ και, στη συνέχεια, με μια νέα κρίση μεταξύ Ινδίας και Πακιστάν.
Μια ένταση στα Στενά του Ορμούζ, μια σύγκρουση στην Ερυθρά Θάλασσα ή μια ανατροπή ισορροπιών στον Καύκασο θα μπορούσε, υπό αυτές τις συνθήκες, να έχει επιπτώσεις πολύ πέρα από την περιοχή εκδήλωσής της. Οι ενεργειακές ροές, οι εμπορικές οδοί και οι αμυντικές συμφωνίες λειτουργούν ως δίαυλοι μέσω των οποίων οι συνέπειες μιας κρίσης μπορούν να μεταφερθούν σε άλλα γεωπολιτικά μέτωπα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα δεν αποτελεί απλώς έναν ευρωπαϊκό παρατηρητή των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Η γεωγραφική της θέση, οι σχέσεις της με το Ισραήλ, οι διαφορές με την Τουρκία και η σημασία της Ανατολικής Μεσογείου για την ενέργεια και την ασφάλεια την εντάσσουν σε ένα ευρύτερο σύστημα περιφερειακών ανταγωνισμών.
Η παλιά γεωπολιτική τάξη της Μέσης Ανατολής φαίνεται να υποχωρεί. Το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται είναι περισσότερο σύνθετο και ασταθές, με τις συνέπειες των συγκρούσεων να ξεπερνούν τα παραδοσιακά γεωγραφικά όρια και να φτάνουν όλο και πιο κοντά στην Ευρώπη και την Ελλάδα.