Η Γροιλανδία ως ρήγμα στον δυτικό δεσμό και το τέλος των ευρωπαϊκών βεβαιοτήτων

 
ευρωπη και ηπα

Ενημερώθηκε: 20/01/26 - 13:40

Για περισσότερα από εβδομήντα χρόνια, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε σε μια σχεδόν αδιαμφισβήτητη σταθερά: την εγγύηση των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα, αυτή η παραδοχή δοκιμάζεται σοβαρά από μια εξέλιξη που μέχρι πρότινος θα φάνταζε ακραία – την ανοιχτή άσκηση πίεσης από έναν Αμερικανό πρόεδρο προς συμμάχους του ΝΑΤΟ, με απειλές για δασμούς, οικονομικά αντίμετρα και, έστω υπαινικτικά, χρήση στρατιωτικής ισχύος, προκειμένου να αποκτηθεί έλεγχος της Γροιλανδίας.

Η Ευρώπη έχει εμπειρία από περιόδους έντασης στις διατλαντικές σχέσεις. Αυτό που προκαλεί πραγματικό σοκ είναι η ταχύτητα με την οποία η Γροιλανδία –ένα ζήτημα που έως πρόσφατα θεωρούνταν διπλωματική ιδιορρυθμία– μετατρέπεται σε δοκιμασία αντοχής για το ΝΑΤΟ, για το ευρωπαϊκό εμπόριο και, τελικά, για την ίδια τη συνοχή του λεγόμενου «δυτικού κόσμου».

Οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ έχουν πυροδοτήσει μια πρωτοφανή κρίση εμπιστοσύνης. Σε πολιτικό, διπλωματικό και κοινωνικό επίπεδο, η εικόνα της Αμερικής ως σταθερού πυλώνα ασφάλειας δίνει τη θέση της στην ανησυχία ότι η Ουάσιγκτον μπορεί να λειτουργήσει ως απρόβλεπτος μοχλός πίεσης ακόμη και προς συμμάχους.

Στον πυρήνα της ευρωπαϊκής ανησυχίας δεν βρίσκεται μόνο το περιεχόμενο των αμερικανικών απαιτήσεων, αλλά κυρίως η μέθοδος. Η παραδοσιακή λογική συνεργασίας και αποτροπής φαίνεται να υποχωρεί υπέρ μιας ωμής συναλλακτικής προσέγγισης: δασμοί ως εργαλείο πολιτικής επιβολής, δημόσιες προθεσμίες και ρητορική που αντιμετωπίζει τους συμμάχους περισσότερο ως αντισυμβαλλόμενους παρά ως εταίρους.

Η μετατόπιση αυτή έχει ήδη απτές συνέπειες. Από τη μία, οι Ευρωπαίοι αρχίζουν να συζητούν ανοιχτά σενάρια μερικής αποδέσμευσης από τις ΗΠΑ –μια σκέψη που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σχεδόν ταμπού. Από την άλλη, το ερώτημα δεν είναι πλέον πόσο θα αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες εντός του ΝΑΤΟ, αλλά τι θα συμβεί αν η αμερικανική δέσμευση πάψει να θεωρείται αξιόπιστη.

Για την Ευρώπη, ωστόσο, ένα τέτοιο «διαζύγιο» θα είχε τεράστιο κόστος. Στο στρατιωτικό πεδίο, ακόμη και με αυξημένες δαπάνες, η πλήρης αναπλήρωση του αμερικανικού ρόλου –σε πληροφορίες, στρατηγικές δυνατότητες, πυρηνική αποτροπή και υποδομές– απαιτεί χρόνο, χρήμα και δύσκολες πολιτικές αποφάσεις. Στο οικονομικό επίπεδο, η αλληλεξάρτηση παραμένει βαθιά: Ευρωπαϊκή Ένωση και ΗΠΑ αποτελούν κομβικούς εμπορικούς και επενδυτικούς εταίρους, γεγονός που καθιστά έναν εμπορικό πόλεμο επώδυνο και για τις δύο πλευρές.

Παρά τη διάθεση αποκλιμάκωσης που δηλώνουν πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, διαμορφώνεται σταδιακά μια σαφής κόκκινη γραμμή: κάθε προσπάθεια ελέγχου της Γροιλανδίας μέσω εξαναγκασμού θεωρείται απαράδεκτο προηγούμενο. Στο παρασκήνιο, η Ε.Ε. επεξεργάζεται σενάρια αντιποίνων, από δασμολογικά μέτρα έως την ενεργοποίηση του Anti-Coercion Instrument, ενός βαρέος πολιτικού και οικονομικού εργαλείου που, αν χρησιμοποιηθεί, θα σηματοδοτήσει σοβαρή κλιμάκωση.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή ανάγνωση παραμένει ψυχρή: οι δασμοί από μόνοι τους μπορεί να είναι διαχειρίσιμοι. Το πραγματικό ρίσκο βρίσκεται στη μονιμοποίηση της αβεβαιότητας και στην πολιτική τοξικότητα που επηρεάζει επενδύσεις, εφοδιαστικές αλυσίδες, αμυντικές επιλογές και τη στρατηγική κατεύθυνση της Ευρώπης για την επόμενη δεκαετία.

Σαν σκιά πάνω από όλα αυτά πλανάται και το ουκρανικό. Μια φθορά της διατλαντικής σχέσης θα μπορούσε να μεταφραστεί σε λιγότερο συντονισμό και πιο δύσκολες εγγυήσεις ασφαλείας, εξέλιξη που αντικειμενικά ευνοεί τη Μόσχα, χωρίς καν να χρειαστεί νέα στρατιωτική κλιμάκωση.

Μπροστά της, η Ευρώπη βλέπει τρία πιθανά μονοπάτια: έναν τεχνικό συμβιβασμό που θα επιτρέψει την αποκλιμάκωση χωρίς αλλαγή κυριαρχίας· μια ελεγχόμενη εμπορική σύγκρουση με περιορισμένα αντίποινα· ή μια ολισθηρή πορεία προς ευρύτερη οικονομική και στρατηγική ρήξη, με μεγαλύτερη ευρωπαϊκή αυτονόμηση και έναν δυτικό κόσμο λιγότερο συνεκτικό.

Ακόμη κι αν το ζήτημα της Γροιλανδίας κλείσει προσωρινά, ένα είναι σαφές: η Ευρώπη δύσκολα θα επιστρέψει στις παλιές της βεβαιότητες. Η στρατηγική αυτονομία παύει να είναι θεωρητική συζήτηση και μετατρέπεται σε αναγκαίο σχέδιο ασφάλειας για ένα αβέβαιο μέλλον.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ