Η αποκάλυψη της δράσης ενός Έλληνα σμηνάρχου ως πληροφοριοδότη των κινεζικών μυστικών υπηρεσιών φέρνει τις δικαστικές αρχές αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή υπόθεση, η οποία συνδυάζει τον Στρατιωτικό Ποινικό Κώδικα με σύνθετα ζητήματα συνταγματικού δικαίου.
Ο αξιωματικός αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπος με το άρθρο 146 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει κάθειρξη από 10 έτη έως και ισόβια για τη διαρροή στρατιωτικών μυστικών σε ξένη δύναμη.
Σε περίπτωση καταδίκης, η απόταξη από το στράτευμα και η αφαίρεση του βαθμού θεωρούνται δεδομένες, οδηγώντας στον πλήρη τερματισμό της σταδιοδρομίας του και τη διαγραφή του από τα μητρώα των Ενόπλων Δυνάμεων.
Το ακανθώδες ζήτημα της ιθαγένειας
Παρά τη βαρύτητα των κατηγοριών, η αφαίρεση της ελληνικής ιθαγένειας δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια μιας καταδίκης για κατασκοπεία. Το ελληνικό Σύνταγμα προστατεύει αυστηρά την ιδιότητα του πολίτη, ειδικά για όσους έχουν γεννηθεί στη χώρα.
Η διαδικασία απώλειας της ιθαγένειας απαιτεί μια ειδική και εξαιρετικά σπάνια διοικητική πράξη, η οποία ενεργοποιείται μόνο αν κριθεί ότι ο καταδικασθείς έπληξε θανάσιμα τα εθνικά συμφέροντα.
Εάν μια τέτοια απόφαση ληφθεί, ο σμήναρχος θα μετατραπεί σε ανιθαγενή, χάνοντας όχι μόνο την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη αλλά και αυτήν του Ευρωπαίου, γεγονός που συνεπάγεται την απώλεια του δικαιώματος του εκλέγειν, της ελεύθερης κυκλοφορίας στην ΕΕ και της πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα όπως διαβατήριο και ταυτότητα.
Νομικές επιπτώσεις και το καθεστώς του ανιθαγενούς
Η κατάσταση του ανιθαγενούς δημιουργεί ένα νομικό κενό, καθώς το άτομο στερείται τη δυνατότητα εργασίας, τραπεζικών συναλλαγών ή ακόμα και της μίσθωσης κατοικίας. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το νομικό «κουβάρι» ενδέχεται να λυθεί αν διαπιστωθεί ότι η κατασκοπευτική δραστηριότητα έπληξε και τρίτες χώρες (π.χ. συμμάχους στο ΝΑΤΟ). Σε ένα τέτοιο σενάριο, είναι πιθανό να ζητηθεί η έκδοση ή η απέλασή του στο εξωτερικό, προσφέροντας μια διέξοδο στα διοικητικά προβλήματα που γεννά η πιθανή ανιθαγένεια ενός γηγενή Έλληνα.