Για τη μεγαλύτερη συμφωνία στον τομέα του πετρελαίου στην ιστορία των σχέσεων Ηνωμένων Πολιτειών και Βενεζουέλας έκανε λόγο ο Ντόναλντ Τραμπ, ανακοινώνοντας μέσω της πλατφόρμας Truth Social ότι η Ουάσινγκτον αποκτά πλειοψηφικό έλεγχο ύψους 55% στην παραγωγή πετρελαίου της λατινοαμερικανικής χώρας, εννέα μήνες μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό πρόεδρο, το ντιλ αφορά τεράστια κοιτάσματα που εκτιμώνται σε περίπου 65 δισεκατομμύρια βαρέλια.
Την επίτευξη της συμφωνίας επιβεβαίωσε και το Καράκας μέσω της μεταβατικής προέδρου, Ντέλσι Ροντρίγκεζ, ενώ παράλληλα εκτιμάται ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις ύψους σχεδόν 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων στον ενεργειακό τομέα της Βενεζουέλας.
Το γεωπολιτικό στοίχημα του Τραμπ και οι προκλήσεις
Για την αμερικανική πλευρά, η συμφωνία συνιστά κομβική γεωπολιτική και ενεργειακή κίνηση. Βασικοί στόχοι της Ουάσινγκτον είναι η εξασφάλιση σταθερής πρόσβασης σε αργό, ο διπλασιασμός των αμερικανικών αποθεμάτων –τα οποία βρίσκονται στο χαμηλότερο σημείο από το 1982– και ο περιορισμός της εξάρτησης από τις αναταράξεις στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, η αύξηση της προσφοράς αποσκοπεί στη μεσοπρόθεσμη αποκλιμάκωση των τιμών των καυσίμων στην αμερικανική αγορά, εξέλιξη με ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει και των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Ωστόσο, αναλυτές διατηρούν επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα αποτελέσματα στην αντλία θα είναι άμεσα. Οι απαρχαιωμένες υποδομές της Βενεζουέλας απαιτούν εκτεταμένο εκσυγχρονισμό και σημαντικές επενδύσεις προτού παρατηρηθεί κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής.
Έτσι, ενώ βραχυπρόθεσμα η συμφωνία επηρεάζει κυρίως τις προσδοκίες των αγορών, η ουσιαστική επίπτωση στις διεθνείς τιμές αναμένεται σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και στα Στενά του Ορμούζ να συνεχίζουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.