Η σχέση μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας συνιστά την πλέον περίπλοκη και επικίνδυνη εξίσωση στη Μέση Ανατολή, καθώς δύο ισχυρές περιφερειακές δυνάμεις ανταγωνίζονται άμεσα για την κυριαρχία στην περιοχή.
Παρά τις τακτικές νίκες του Ισραήλ απέναντι σε Χαμάς, Χεζμπολάχ και Ιράν, το κενό ισχύος που δημιουργήθηκε ανοίγει τον δρόμο για νέους διεκδικητές, μετατρέποντας τις επιτυχίες του Τελ Αβίβ σε πύρρειες.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διακηρύσσει ανοιχτά ότι η Τουρκία επαναδιαμορφώνει την Ιστορία, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσει τις στρατηγικές επενδύσεις των τελευταίων δεκαετιών.
Αντίθετες επιδιώξεις: Επιβίωση έναντι περιφερειακής ηγεμονίας
Οι δύο χώρες κινούνται από εντελώς διαφορετικές στρατηγικές αφετηρίες. Για το Ισραήλ των 10 εκατομμυρίων κατοίκων, η αποτροπή μιας τουρκικής ηγεμονίας αποτελεί ζήτημα εθνικής επιβίωσης.
Αντίθετα, για την Τουρκία των 90 εκατομμυρίων, η ανάδειξη σε ηγέτιδα δύναμη αντανακλά την αναβίωση του οθωμανικού οράματος που καλλιέργησε ο Ερντογάν, αντικαθιστώντας το παλαιότερο κεμαλικό μοντέλο.
Βλέποντας την αύξηση της τουρκικής επιρροής από τη Μεσόγειο έως το Κέρας της Αφρικής, το Ισραήλ απάντησε συγκροτώντας ισχυρούς αμυντικούς άξονες με χώρες που αισθάνονται την ίδια απειλή, όπως η Ελλάδα και η Κύπρος.
Παράλληλοι δίαυλοι επικοινωνίας πίσω από την ένταση
Παρά την παντελή απουσία προοπτικής εξομάλυνσης των σχέσεων, οι δύο πλευρές διατηρούν ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας για την αποφυγή θερμού επεισοδίου. Παράλληλα με την προετοιμασία για το ενδεχόμενο μιας ακούσιας στρατιωτικής ανάφλεξης, Τελ Αβίβ και Άγκυρα συντονίζονται σε πεδία κοινού ενδιαφέροντος.
Αμερικανικές πηγές και διπλωματικές αναφορές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη καθημερινής επαφής —με τη διαμεσολάβηση και του Αζερμπαϊτζάν— για την αντιμετώπιση του ISIS στη Συρία, καθώς και τη λειτουργία απευθείας γραμμής επικοινωνίας, αποδεικνύοντας ότι ο έλεγχος των ισορροπιών αποτρέπει, προς το παρόν, την αμεσότατη σύγκρουση.