Προσδοκίες, αλλά και απογοήτευση από τις μάρκες έχουν οι καταναλωτές

 
 Προσδοκίες, αλλά και απογοήτευση από τις μάρκες έχουν οι καταναλωτές

Ενημερώθηκε: 20/12/22 - 14:17

Της Δάφνης Γρηγοριάδη*

Πώς να προσεγγίσουν οι επιχειρήσεις τις νέες καταναλωτικές συνήθειες, σε ένα διαρκώς πιο αβέβαιο περιβάλλον;

H φετινή, δεύτερη έκδοση της έρευνας της ΕΥ Future Consumer Index για την Ελλάδα έρχεται να επιβεβαιώσει πολλές από τις σημαντικές τάσεις που πυροδότησε η πανδημία, όπως καταγράφηκαν στην έρευνα του 2021, αλλά και να αναδείξει νέες που διαμορφώνονται υπό την επήρεια των πιο πρόσφατων εξελίξεων, όπως, κυρίως, οι ανησυχίες που προκαλούν ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι διαταραχές που αυτός έχει προκαλέσει στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας και, γενικότερα, του κόστους ζωής.

Η περσινή έρευνα κατέγραψε τη μαζική στροφή των Ελλήνων προς το ηλεκτρονικό εμπόριο, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι καταναλωτές στην πρώτη τους επαφή με τα ψηφιακά κανάλια. Φέτος, τα βασικά προβλήματα φαίνεται να ξεπερνιούνται, καθώς οι καταναλωτές εξοικειώνονται, και οι εταιρείες ταχυμεταφορών προσαρμόζονται στις απαιτήσεις του αυξημένου φόρτου εργασίας. Οι αργοί χρόνοι παράδοσης και η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων απασχολούν, πλέον, έναν στους πέντε, εξακολουθούν, όμως, να προβληματίζουν τα υψηλά έξοδα αποστολής (42%) και η δυσκολία στην αλλαγή προϊόντων (29%).

Οι συνέπειες της πανδημίας εξακολουθούν να είναι εμφανείς, αν και μειωμένες

Πάνω από τους μισούς ερωτώμενους αναφέρουν ότι περνούν περισσότερο χρόνο στο σπίτι, ωστόσο, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι επισκέπτονται λιγότερο συχνά τα φυσικά καταστήματα έχει μειωθεί από 59% το 2021, στο 36% σήμερα.

Ένας στους τρεις συμμετέχοντες (34%) δηλώνει ότι έχει μειωθεί το εισόδημά του, ενώ 70%, από 60% πέρυσι, αναφέρουν ότι ξοδεύουν λιγότερα χρήματα σε προϊόντα που δεν είναι πρώτης ανάγκης και 51%, από 43% πέρσι, ότι αγοράζουν μόνο τα απαραίτητα. Στο ίδιο πλαίσιο, 78% των Ελλήνων καταναλωτών, αναφέρουν ότι η τιμή είναι σήμερα πιο σημαντικό κριτήριο, σε σχέση με την περίοδο πριν την πανδημία.

Η τάση προς μειωμένες αγορές σε συγκεκριμένα προϊόντα έχει ενισχυθεί σε σχέση με πέρσι, με τη μεγαλύτερη μείωση να καταγράφεται στα είδη πολυτελείας και τη διασκέδαση εκτός σπιτιού. Έχει επεκταθεί, όμως, και σε είδη για τα οποία οι δαπάνες θεωρούνται πιο ανελαστικές, όπως τρόφιμα, είδη σπιτιού και ατομικής υγιεινής, αλκοολούχα ποτά και καπνικά προϊόντα.

Προσδοκίες, αλλά και απογοήτευση από τις μάρκες / brands

Στο περιβάλλον αυτό, αποδυναμώνεται δραστικά και η σχέση των Ελλήνων με τις μάρκες. Πάνω από τους μισούς (56%) έχουν αλλάξει τις μάρκες που αγοράζουν, είτε για να μειώσουν τα έξοδά τους, ή για να στραφούν σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, ή για να υποστηρίξουν τοπικά καταστήματα.

Επτά στους δέκα καταναλωτές στην Ελλάδα (72%) πιστεύουν ότι τα brands πρέπει να συμπεριφέρονται με ηθικό τρόπο και σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας, και 68% θεωρούν ότι οι μάρκες έχουν ευθύνη να επενδύουν σε βιώσιμους τρόπους για να παράγουν τα προϊόντα τους και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Συγχρόνως, μόνο το 42% των ερωτώμενων μπορούν να διακρίνουν τον θετικό αντίκτυπο που έχουν ορισμένα brands, ενώ μόλις 19% δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις υπάρχουσες δράσεις και πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν τα brands. Τα ευρήματα αυτά αναδεικνύουν τις αυξημένες ευθύνες των επιχειρήσεων και την ανάγκη ανάληψης πρωτοβουλιών που θα ευθυγραμμίσουν τις αξίες τους με τις προσδοκίες της κοινωνίας.

Τα βασικά αγοραστικά κριτήρια σε τρία χρόνια από σήμερα 

Τα κριτήρια παραμένουν σχετικά αμετάβλητα σε σχέση με πέρσι: η τιμή (78%), το εάν το προϊόν είναι υγιεινό ή κάνει καλό στον καταναλωτή (58%), και η ποιότητα της εξυπηρέτησης (42%). 

Βιώσιμη ανάπτυξη

Όπως και οι καταναλωτές στον υπόλοιπο κόσμο, οι Έλληνες καταναλωτές ανησυχούν για τα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, φαίνεται να προτάσσουν τα κοινωνικοοικονομικά ζητήματα (εξάλειψη της φτώχειας, αξιοπρεπής εργασία και οικονομική ανάπτυξη) και τα θέματα υγείας, έναντι των θεμάτων του περιβάλλοντος (κλιματική αλλαγή, προσιτή και καθαρή ενέργεια, καθαρό νερό και αποχέτευση).

Στην κορυφή της κατάταξης μεταξύ των Ελλήνων καταναλωτών βρίσκεται το αίτημα της εξάλειψης της φτώχειας (30%), ακολουθούμενο από την αξιοπρεπή εργασία και οικονομική ανάπτυξη (29%), δύο ζητήματα που αξιολογούνται ως λιγότερο σημαντικά στον υπόλοιπο κόσμο (20% και 19% αντίστοιχα), και ακόμη λιγότερο στην Ευρώπη (17% και 14%). Στην τρίτη θέση, ακολουθεί η υγεία και ευεξία των πολιτών (27%, έναντι 25% στον υπόλοιπο κόσμο και 21% στην Ευρώπη). Το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής, που κατατάσσεται πρώτο στην παγκόσμια έρευνα με ποσοστό 30% και 36% στην Ευρώπη, βρίσκεται στην τέταρτη θέση στη χώρα μας, με ποσοστό 24%, που φτάνει στο 30% στις ηλικίες άνω των 40 ετών, αλλά περιορίζεται στο 15% στους νέους 18-29 ετών. 

Παρόλα αυτά, οι Έλληνες καταναλωτές αναμένουν από τις επιχειρήσεις σημαντικές περιβαλλοντικές και ηθικές πρωτοβουλίες, όπως μείωση της ρύπανσης των υδάτων και του εδάφους (34%), μείωση αποβλήτων από παραγωγή προϊόντων ή παροχή υπηρεσιών (33%), χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (30%) και μείωση εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (27%).

Τα ζητήματα της Βιώσιμης Ανάπτυξης βρίσκονται ψηλά στην ατζέντα Κυβερνήσεων, επιχειρήσεων και πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό, η EY το επόμενο διάστημα πρόκειται να δημοσιοποιήσει νέα στοιχεία με επίκεντρο την Βιώσιμη Ανάπτυξη και τον ρόλο που διαδραματίζει στην Ελληνική επιχειρηματικότητα. 

*Η Δάφνη Γρηγοριάδη είναι Οικονομική Αναλύτρια.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ