Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια γεωπολιτική πραγματικότητα που σε μεγάλο βαθμό η ίδια συνέβαλε να διαμορφώσει. Η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζει απλώς τα περιθώρια ελιγμών της Άγκυρας, αλλά απειλεί να αναδιατάξει ολόκληρο το περιφερειακό σύστημα ισχύος με τρόπους που ενδέχεται να λειτουργήσουν εις βάρος της.
Στην Ελλάδα επιμένει εδώ και χρόνια μια βολική αυταπάτη: Ότι το πρόβλημα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι κυρίως ο Ερντογάν και ότι μια ενδεχόμενη αλλαγή εξουσίας στην Άγκυρα θα οδηγούσε αυτομάτως σε πιο ήπιες και προβλέψιμες σχέσεις με την Ελλάδα.
Για δεκαετίες, η Ένωση επένδυσε στην «ήπια ισχύ» -τον πολιτισμό, τις αξίες, το δίκαιο- πιστεύοντας, ότι ο κόσμος θα ακολουθήσει το παράδειγμά της. Όμως, στον τραχύ 21ο αιώνα, η ήπια ισχύς χωρίς την σκληρή ισχύ, μοιάζει με… εκκλησιαστικό κήρυγμα και μάλιστα σε… ώτα μη ακουόντων.
Το ερώτημα για το καθεστώς της Τεχεράνης δεν είναι αν θα αντέξει τους βομβαρδισμούς. Είναι αν μπορεί να επιβιώσει της απώλειας του ίδιου του θεσμικού και ιδεολογικού του πυρήνα χωρίς να μεταβληθεί βαθιά -ίσως ανεπιστρεπτί- η φύση του..!
Για την Ελλάδα, το ζήτημα δεν είναι απλώς ιδεολογικό. Είναι στρατηγικό. Μια χώρα που εργαλειοποιεί θρησκευτικά και παρακρατικά δίκτυα στη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί ευθέως την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με αφέλεια.
Η σημερινή επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Τουρκία πραγματοποιείται σε ένα περιβάλλον, που μόνο «ήρεμα νερά» δεν θυμίζει. Τις τελευταίες ημέρες, οι δηλώσεις του Τούρκου υπ. Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και του εκπροσώπου του ΑΚΡ Ομέρ Τσελίκ επανέφεραν με ωμό τρόπο το σύνολο της αναθεωρητικής ατζέντας της Άγκυρας: «Γκρίζες ζώνες», αποστρατιωτικοποίηση νησιών, αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η Ινδία μπορεί να βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, όμως γεωπολιτικά «αγκυροβολεί» ολοένα και πιο σταθερά στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για μια ρομαντική προσέγγιση περί «πολυπολικότητας», αλλά για μια ψυχρή στρατηγική ευθυγράμμιση.
Η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει όχι απλώς «ροές», αλλά ένα εξωτερικό κέντρο παραγωγής κρίσης. Και η ΕΕ καλείται να σταματήσει να συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για τεχνικό ζήτημα «διαχείρισης συνόρων», όταν στην πράξη είναι στρατηγική εργαλειοποίηση.
Σε έναν πρωτοφανή «πόλεμο» μεταξύ του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και μελών του Κογκρέσου, η θητεία του Μπάρακ εξελίσσεται σε δοκιμασία για το πώς αντιλαμβάνονται οι ΗΠΑ τη σχέση τους με την Τουρκία του Ταγίπ Ερντογάν.
Σε ένα σενάριο πτώσης του θεοκρατικού πυρήνα εξουσίας, η Τουρκία δεν κερδίζει «ελευθερία κινήσεων»· κινδυνεύει να χάσει το ίδιο το γεωπολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ισορροπεί, παζαρεύει και παρεμβαίνει στην ευρύτερη περιοχή.
Σε μια περίοδο κατά την οποία οι συγκρούσεις στη βόρεια Συρία αναζωπυρώνονται και η ισορροπία ισχύος παραμένει ρευστή, η παρεμπόδιση ανθρωπιστικού κονβόι προς το Κομπάνι δεν συνιστά γραφειοκρατικό επεισόδιο. Συνιστά γεωπολιτική δήλωση.
Με επιστολή του προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ο Μιχαήλ Ντεντέιτς —ο οποίος αυτοπροσδιορίζεται ως Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και ηγείται της μη αναγνωρισμένης «Μαυροβουνιακής Ορθόδοξης Εκκλησίας», χαρακτηριζόμενης από τα κανονικά Ορθόδοξα Πατριαρχεία ως σχισματικής— ζήτησε την έναρξη διαλόγου και την κανονική εξέταση της εκκλησιαστικής του υπόθεσης.
Η έννοια της «Δύσης» υπήρξε για οκτώ δεκαετίες κάτι περισσότερο από γεωγραφικός προσδιορισμός. Ήταν στρατηγική ταυτότητα, θεσμική αρχιτεκτονική, οικονομική συμμαχία και αμυντική ομπρέλα.
Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αχμέτ Νταβούτογλου, σε συνέντευξη στις 14 Ιανουαρίου, έφεραν ξανά στο προσκήνιο ένα κρίσιμο κεφάλαιο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.
Η σύνοδος που οργάνωσε η Τουρκία για τα Δυτικά Βαλκάνια στην Κωνσταντινούπολη πραγματοποιήθηκε αμέσως μετά την επιστροφή του Χακάν Φιντάν από το Νταβός.
Οι μεγάλοι διάδρομοι της Δύσης σχεδιάζονται πλέον με όρους αξιοπιστίας, σταθερότητας και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Η Ελλάδα εντάσσεται στον πυρήνα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής. Η Τουρκία μένει εκτός όχι λόγω συγκυριών, αλλά ως αποτέλεσμα των δικών της επιλογών.
Η επαναφορά του ζητήματος της Γροιλανδίας -όχι ως αντικείμενο διπλωματικής διαβούλευσης, αλλά ως εργαλείο πίεσης- φέρνει τους Ευρωπαίους σε στρατηγική αμηχανία και -ταυτόχρονα- βάζει βόμβα στα θεμέλια του ΝΑΤΟ.