Ο Σημίτης κατηγορεί τον Καραμανλή ότι… εξαγρίωσε την Τουρκία, επειδή δεν αποδέχθηκε την λογική του... «σφάξε με αγά μου να αγιάσω»

«Ο Σημίτης κατηγορεί τον Καραμανλή ότι… εξαγρίωσε την  Τουρκία, επειδή δεν αποδέχθηκε την λογική του... «σφάξε με αγά μου να αγιάσω»»
Ενημερώθηκε: 05/04/21 - 00:54
του Γιώργου Λακόπουλου

Όλοι νόμιζαν ότι ξέχασε πως υπήρξε πρωθυπουργός για δύο τετραετίες. Η συχνή αρθρογραφία του Κώστα Σημίτη τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν αναφερόταν στην περίοδο που κυβερνούσε, αλλά δεν την λάμβανε καν υπόψη.  

Τι άλλαξε και ξαφνικά άρχισε να γλύφει τις πληγές του; Γιατί εμφανίσθηκε ένα άρθρο του για να κατηγορήσει τον διάδοχό του στην πρωθυπουργία ότι στη Σύνοδο Κορυφής στη Βρυξέλλες τον Δεκέμβριο του 2004,  εγκατέλειψε την πολιτική του στα ελληνοτουρκικά, όπως την είχε διαμορφώσει ο ίδιος;

 Εδώ να κάνουμε μια διόρθωση: Ο πρώην πρωθυπουργός δεν έγραφε κανένα καινούργιο άρθρο, όπως προβάλλεται. Ανέσυρε και επανέλαβε τη μέθοδο copy-paste όσα είχε γράψει παλιά στα ΝΕΑ, πάλι με κυβέρνηση Μητσοτάκη, τον Δεκέμβριο του 2019.

Τότε ο Γ. Κουμουτσάκος είχε μιλήσει για «ατόπημα» καθώς και «διχαστική μικροψυχία» του κατά του Κώστα Καραμανλή. «Ο κ. Κουμουτσάκος, πρακτικά αυτό που είπε, εκφράζει και την παράταξη» είχε συμπληρώσει στη Βουλή ο τότε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ Σπήλιος Λίβανος- παραπέμποντας και σε συναφείς  δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Δένδια.

Το άρθρο Σημίτη συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Η Στρατηγική του Ελσίνκι: 20+1 Χρόνια Μετά»-Εκδόσεις Ι. Σιδέρης με κείμενα διαφόρων.

Η αιφνίδια υπεράσπιση του Ελσίνκι, επιχειρεί να διευκολύνει την σημερινή κυβέρνηση να νομιμοποιήσει το πνεύμα του στο ελληνοτουρκικό μέτωπο.

 Η ανάσυρση των θέσεων Σημίτη, υπό το πρίσμα της επιμονής του ότι το Ελσίνκι ήταν «επιτυχία που δεν ολοκληρώθηκε», προσπαθεί να μεταθέσει τις ευθύνες  για σημερινή προκλητική συμπεριφορά της Τουρκίας στον… Καραμανλή! Με αλχημείες και ακροβατικούς συλλογισμούς:

«Ο Έλληνας πρωθυπουργός κατά τη συζήτηση, αν και είχε τη δυνατότητα, δεν πρόβαλε την ένσταση για την έλλειψη ανταπόκρισης της Τουρκίας στον όρο που είχε τεθεί στο Ελσίνκι -και αφορούσε την ύπαρξη διαφορών σχετικά με την έκταση της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Απεδέχθη έτσι, την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία με ανεπίλυτες τις ελληνοτουρκικές διαφορές ως προς τα όρια των υφαλοκρηπίδων και αιγιαλίτιδων ζωνών τους».

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι  ο Σημίτης θυμάται επιτέλους κάτι κρίσιμο: όταν παρέλαβε από αυτόν ο Καραμανλής του εξήγησε εξ αρχής ότι είχε πλήρη διαφωνία με την πολιτική του, οπότε  δεν υπήρχε λόγος να τη συζητήσουν γιατί δεν επρόκειτο να τη συνεχίσει. Υποδηλώνοντας φυσικά ότι αυτό περιέχονταν και στην εντολή που μόλις είxε πάρει.

Τώρα ο Σημίτης τον μέμφεται γιατί κινήθηκε στο πλαίσιο αυτής της εντολής  Είναι  κάτι μεταξύ και κουτοπονηριάς και παραλογισμού να κατηγορεί τον διάδοχό του ότι… εξαγρίωσε την  Τουρκία, επειδή δεν αποδέχθηκε την λογική των δικών του υποχωρήσεων- κάτι σαν «σφάξε με αγά μου να αγιάσω».

Αντιστρέφει τελείως τα πράγματα. Αν η Τουρκία αποχαλινώθηκε, ήταν λόγω των δικών του υποχωρήσεων, όχι λόγω της σταθερής επιμονής των ελληνικών κυβερνήσεων στις πάγιες θέσεις της  χώρας που ακολούθησε η κυβέρνηση Καραμανλή. 

Το ίδιο άλλωστε συμβαίνει και σήμερα: η πολιτική κατευνασμού του Μητσοτάκη, αποχαλίνωσε των Ερντογάν. Αντίθετα επί Καραμανλή, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν μπει σε δρόμο, χωρίς ιδιαίτερες εντάσεις. Η ιστορία διδάσκει πως η Άγκυρα βρίσκει και κάνει.

Ο Σημίτης θεωρεί ότι η Σύνοδος των Βρυξελλών ήταν μια ευκαιρία να κλείσουν τα ελληνοτουρκικά. Πράγματι ήταν. Αλλά να κλείσουν με ετεροβαρή τρόπο. Παραχωρώντας στην Τουρκία κάτι που δεν είχε: δικαιώματα.

Στην αρθρογραφία του ο πρώην Πρωθυπουργός αποφεύγει να αξιολογήσει ότι πριν το Ελσίνκι υπήρξαν δυο αλλά γεγονότα:  Τα Ίμια και η Μαδρίτη. Εδώ επιστρέφει το κενό μνήμης του. Ειδικά για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην ισπανική πρωτεύουσα τον Ιούλιο του 1997.

 Αυτό το κενό καλύπτουν πλήθος δημοσιογραφικών και ιστορικών ερευνών έκτοτε. Π.χ. ιδιαίτερα τεκμηριωμένα το κάνουν οι ειδικευμένοι στα διπλωματικά δημοσιογράφοι Μιχάλης Ιγνατίου και  Νίκος Μελέτης στο βιβλίο τους «Η Συμφωνία που «γκρίζαρε» το Αιγαίο – Από τα Ίμια στη Μαδρίτη» – εκδόσεις «Πεδίο».

Μεταξύ άλλων υπογραμμίζονται στο βιβλίο: «Η δέσμευση για αποφυγή μονομερών ενεργειών οδήγησε τελικά στη μη άσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στο Αιγαίο…. Για το «γκριζάρισμα» του Αιγαίου δεν ήταν αρκετό το επεισόδιο των Ιμίων. Χρειάστηκε και η Συμφωνία της Μαδρίτης».

Ο πρώην πρωθυπουργός όμως δεν θυμάται καν ότι μόλις επέστρεψε από εκείνη τη Σύνοδο κινδύνευσε να πέσει η κυβέρνησή του: 34 βουλευτές τους ΠΑΣΟΚ αρνήθηκαν να δεχθούν όσα έφερε στις βαλίτσες του. Τι έφερε;

Ένα κοινό ανακοινωθέν που υπέγραψε με τον Ντεμιρέλ. Εκεί εκτός από τα τετριμμένα για «Αμοιβαία δέσμευση για την ειρήνη, ασφάλεια και τη συνεχή ανάπτυξη σχέσεων καλής γειτονίας, σεβασμό της κυριαρχίας κάθε χώρας» υπήρχαν δυο φράσεις που ουδείς άλλος πρωθυπουργός είχε αποδεχθεί.

Πρώτο: «Σεβασμός στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους».

Δεύτερο: «Δέσμευση αποφυγής μονομερών ενεργειών, στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της επιθυμίας, ώστε να αποτραπούν συγκρούσεις».

Με απλά λόγια ενάμιση χρόνο μετά το «γκριζάρισμα» των Ιμίων με το οποίο άρχισε την θητεία της  η ελληνική κυβέρνηση αναγνώριζε  ότι η Τουρκία έχει -εκτός από τα νόμιμα- και «ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα»  στο Αιγαίο.

Και ότι η Ελλάδα θα αποφύγει» μονομερείς ενέργειες», όπως είναι το  δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα ελληνικά χωρικά ύδατα από έξι στα 12 μίλια όταν το κρίνει αναγκαίο.

Αν αυτή δεν είναι εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων τι είναι;

Στο Ελσίνκι ο Σημίτης υπέγραψε τη μεταφορά όσων συμφώνησε στο ΝΑΤΟ και στο κοινοτικό πλαίσιο. Στο κείμενο των συμπερασμάτων της Συνόδου αναφέρεται σχετικά με την Τουρκία και τις υπόλοιπες υποψήφιες για ένταξη χώρες: «Τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων».

Πάλι με απλά λόγια: Η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει το δικαίωμα  της Τουρκίας να εγείρει θέμα «συνοριακών διαφορών» με την Ελλάδα.

Προσθέτοντας στο ίδιο κείμενό ότι η επίλυση των «διαφορών» εκτός από τη Χάγη να τεθεί και… υπό τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης-που  δεν έχει καν εξωτερική πολιτική.

Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει ο Κώστας Καραμανλής με αυτά τα τετελεσμένα ήταν να αφήσει να περιπέσουνε αχρησία οι συμφωνίες που παρέλαβε. Όσο ήταν δυνατόν.

Γιατί στη ουσία η αναθεωρητική συμπεριφορά της Τουρκίας  σήμερα -που έχει ανεβάσει στην ατζέντα και το θέμα των υδρογονανθράκων- στηρίζεται σε εκείνες τις συμφωνίες, που έβαλαν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε ένα κανάλι που οδηγεί τη χώρα σε ήττα.

Υποδηλώνει αίσθημα ενοχής του Σημίτη ότι προσπαθεί να πείσει για το αντίθετο και να κατηγορήσει άλλους.

Οι χειρισμοί Καραμανλή καθυστέρησαν και εν πολλοίς ανέστειλαν  την επήρεια της Μαδρίτης και του Ελσίνκι στα ελληνοτουρκικά. Αλλά διόλου παραδόξως ο Κυριάκος Μητσοτάκης πιάνει ξανά το νήμα από το σημείο που το άφησε ο Σημίτης.

Με την παρέμβαση του ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιχειρεί να δικαιωθεί, αλλά να… πιέσει τη σημερινή κυβέρνηση να προχωρήσει στο ίδιο πνεύμα-που έχει αποδεχθεί άλλωστε.

Πρακτικά δηλαδή την στηρίζει να δώσει πολιτική αλλά και νομική υπόσταση στα «ζωτικά  συμφέροντα» της Τουρκίας. Όσα προσυπέγραψε ο ίδιος και δείχνει διατεθειμένη να υλοποιήσει όχι ακριβώς η σημερινή κυβέρνηση, αλλά ο σημερινός Πρωθυπουργός.

Η διαφοροποίηση έχει την αξία της. Από την αρχή υπάρχει μια αισθητή απόκλιση στη φρασεολογία που χρησιμοποιούν ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας. 

Ο Μητσοτάκης αναφέρεται σε «διαφορές»  και «θαλάσσιες ζώνες». Ο  επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας επιμένει σε «μια και μόνη διαφορά: την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ».

Αυτή η πολιτική βρίσκει απηχεί στη μεγάλη πλειοψηφία των βουλευτών της ΝΔ . Ιδιαίτερα μετά την δημόσια παρέμβαση του Κώστα Καραμανλή από το «Βελλίδειο» τον Οκτώβριο του 2019,  κατά την οποία  έβαλε το όριο: «Συμβουλές και πιέσεις  εταίρων και συμμάχων, να τα βρούμε με τη Τουρκία, δεν γίνονται δεκτές».

Ο Νίκος Δένδιας κινείται σ’ αυτή τη γραμμή, ενισχυμένος και από τις δημόσιες τοποθετήσεις του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλοπούλου για την πάγια εθνική γραμμή, αλλά και την  αρθρογραφία του πρώην υφυπουργού Γιάννη Βαληνάκη που απηχεί τις θέσεις των Καραμανλικών, αλλά και πολιτικών δυνάμεων εκτός ΝΔ.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται και η αυστηρή παρέμβαση του Αντώνη Σαμαρά «με τους πειρατές δεν κάνεις διάλογο».

Ο Σημίτης ρίχνει το -όποιο- βάρος του υπέρ του Μητσοτάκη. Δεν είναι το μόνο θέμα. Το έκανε και στις Πρέσπες, αλλά και στρεφόμενος κατά της Φώφης  Γεννηματά -πλην του εφοδιασμού της κυβέρνησης με ανθρώπους του.

Στα ελληνοτουρκικά όμως το κάνει γιατί είναι ο θεμελιωτής της πολιτικής Μητσοτάκη.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο λύκος και αν εγέρασε. Το πρόβλημα για τον Σημίτη όμως είναι ότι επιτιθέμενος στον Καραμανλή βάζει τον εαυτό του στον κίνδυνο να πάρει απάντηση από τον ίδιο.

Μάλλον δεν είναι αυτό που θα ήθελε για τη υστεροφημία του- για την οποία τόσο επίμονα μεριμνά.