Η γέννηση της ευρωπαϊκής αυτονομίας: Πώς η πίεση του Τραμπ ανάγκασε την ΕΕ να αλλάξει ρότα

 
ευρωπαικη ενωση

Ενημερώθηκε: 15/05/26 - 12:17

Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025 αντιμετωπίστηκε αρχικά από την Ευρώπη με μια στρατηγική κατευνασμού. Φοβούμενοι την απόσυρση της αμερικανικής ομπρέλας ασφαλείας, την επιβολή δασμών και τη στήριξη της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς, οι Ευρωπαίοι ηγέτες επέλεξαν τις κολακείες και την υποχωρητικότητα.

Η στάση αυτή οδήγησε σε βαριές υποχωρήσεις: από την αποδοχή ενός δυσμενούς αμυντικού στόχου (5% του ΑΕΠ στο ΝΑΤΟ) που προκάλεσε εσωτερικές πολιτικές αντιδράσεις, μέχρι την υπογραφή μιας βαθιά ασύμφορης εμπορικής συμφωνίας τον περασμένο Ιούλιο. Η Ευρώπη εγκλωβίστηκε σε έναν ρόλο παθητικού θεατή, χάνοντας την αυτοπεποίθησή της.

Ωστόσο, το 2026 εξελίσσεται σε έτος καμπής, καθώς οι ακραίες ενέργειες του ίδιου του Τραμπ ανάγκασαν την Ευρώπη να αντιδράσει. Η αμερικανική στρατιωτική επέμβαση στη Βενεζουέλα, οι απειλές για κατάληψη της Γροιλανδίας (εδάφους του Βασιλείου της Δανίας), η κατακόρυφη μείωση της βοήθειας προς την Ουκρανία κατά 98% και, κυρίως, η κοινή Aμερικανόσραηλινή εκστρατεία κατά του Ιράν που βύθισε τον πλανήτη σε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, κατέστησαν τον Αμερικανό πρόεδρο πολιτικά «τοξικό» για τους Ευρωπαίους ψηφοφόρους.

Η απειλή κατά της Γροιλανδίας τον Ιανουάριο του 2026 αποτέλεσε το σημείο μηδέν. Επτά ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν σε κοινά στρατιωτικά γυμνάσια με τη Δανία, ενώ οι Βρυξέλλες «πάγωσαν» την εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ, ύψους 1,6 τρισ. δολαρίων.

Παράλληλα, ο Εμανουέλ Μακρόν και η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησαν ανοιχτά για την ανάγκη μόνιμης ανεξαρτησίας από την Ουάσιγκτον. Στο μέτωπο της Ουκρανίας, η Ευρώπη ανέλαβε τα ηνία, ξεπερνώντας το βέτο του Βίκτορ Όρμπαν μετά την εκλογική του συντριβή από τον Πέτερ Μαγιάρ τον Απρίλιο. Στρατιωτικοί συνασπισμοί προθυμοποιούνται πλέον να διασφαλίσουν τη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, ενώ το πρόγραμμα αμυντικής χρηματοδότησης ύψους 175 δισ. ευρώ της ΕΕ ενισχύει την εγχώρια πολεμική βιομηχανία.

Στο εμπόριο, η ΕΕ αντικαθιστά το παλιό σύστημα με ένα παράλληλο δίκτυο διμερών συμφωνιών, κλείνοντας ιστορικές συμφωνίες με την Αυστραλία, την Ινδονησία, το Mercourse και κυρίως την Ινδία, θωρακίζοντας τις εφοδιαστικές της αλυσίδες απέναντι στην Κίνα και τις ΗΠΑ. Στην ενέργεια, ο πόλεμος στο Ιράν –που κόστισε στην ΕΕ επιπλέον 24 δισ. ευρώ σε εισαγωγές χωρίς επιπλέον όγκους καυσίμων– απέδειξε ότι η πράσινη μετάβαση είναι ζήτημα ασφάλειας. Η Κομισιόν προωθεί πλέον δεσμευτικούς στόχους ηλεκτροδότησης για να καταστήσει το ρεύμα φθηνότερο από το πετρέλαιο και το αέριο.

Τέλος, η στρατηγική του Τραμπ να παρέμβει άμεσα στις ευρωπαϊκές εκλογές υπέρ της ακροδεξιάς (μέσω των JD Vance και Elon Musk) γύρισε μπούμερανγκ. Στη Γερμανία η AfD έμεινε στην απομόνωση, στη Ρουμανία επικράτησαν οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις και στην Ουγγαρία ο Όρμπαν έχασε την εξουσία. Ακόμη και η Τζόρτζια Μελόνι και ο Νάιτζελ Φαράζ αναγκάστηκαν να πάρουν αποστάσεις από τις επιθετικές ενέργειες του Λευκού Οίκου.

Το 2026 αποδεικνύει ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ έχει δυσβάσταχτο κόστος. Πιέζοντας υπερβολικά τους συμμάχους του, ο Τραμπ πέτυχε αυτό που δεν κατάφεραν δεκαετίες ευρωπαϊκών διακηρύξεων: ένωσε την Ευρώπη. Αντί λοιπόν για το Νόμπελ Ειρήνης, οι Ευρωπαίοι ίσως θα έπρεπε να του απονείμουν το Καρλομάγνειο Βραβείο για τη συμβολή του στην ευρωπαϊκή ενοποίηση.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ