Σε τροχιά ακραίας πολιτικής πόλωσης κινείται για δεύτερο 24ωρο η αντιπαράθεση μεταξύ της κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή δημοσίευμα που αφορά ακίνητο ιδιοκτησίας του Νίκου Ανδρουλάκη στο Ηράκλειο Κρήτης, το οποίο εκμισθώνεται για τη στέγαση των υπηρεσιών του Κτηματολογίου.
Η Χαριλάου Τρικούπη, απαντώντας σε υψηλούς τόνους στις πρωινές δηλώσεις του Υπουργού Υγείας, Άδωνι Γεωργιάδη, κατήγγειλε μια «πρωτοφανή επιχείρηση σπίλωσης και ηθικής εξόντωσης» του προέδρου του κόμματος. Το ΠΑΣΟΚ κάνει λόγο για οργανωμένο σχέδιο ενός ετερόκλητου μηχανισμού συμφερόντων και λασπολογία από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, με στόχο την τοξικοποίηση της πολιτικής ζωής.
Μάλιστα, η ανακοίνωση χαρακτηρίζει τον κ. Γεωργιάδη «ακροδεξιό λασπολόγο» και ξεκαθαρίζει ότι η υπόθεση θα οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη, καλώντας τον ίδιο και τη ΝΔ να δεσμευτούν ότι δεν θα καλυφθούν πίσω από τη βουλευτική ασυλία.
Από την πλευρά του, ο Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας στο Action 24, κατηγόρησε τον κ. Ανδρουλάκη για «μεγάλα ψέματα» με σκοπό την υποβάθμιση του θέματος. Ο Υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι το μεσοσταθμικό εισόδημα των 1.000 ευρώ μηνιαίως που επικαλείται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ενώ αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς του ότι ο διαγωνισμός κρίθηκε επί διακυβέρνησης Κώστα Καραμανλή.
Σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, η τελική σύμβαση υπογράφηκε τον Απρίλιο του 2010 επί κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ, ενώ η επιτροπή αξιολόγησης απέρριψε τον Οκτώβριο του 2009 μια άλλη προσφορά, η οποία ήταν κατά 3.000 ευρώ φθηνότερη τον μήνα, κάνοντας λόγο για «καταφανή εύνοια» της οικογένειας Ανδρουλάκη.
Στον αντίποδα, ο Νίκος Ανδρουλάκης, με δική του παρέμβαση στον ίδιο σταθμό, χαρακτήρισε τον Υπουργό «απόλυτο συκοφάντη». Όπως εξήγησε, η επιλογή του κτιρίου ως μειοδότη έγινε τον Μάιο του 2009 επί Νέας Δημοκρατίας, καθώς η εναλλακτική προσφορά απορρίφθηκε επειδή το ανταγωνιστικό ακίνητο είχε σοβαρά νομικά βάρη και υποθήκες.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ ξεκαθάρισε ότι η επόμενη κυβέρνηση του Γιώργου Παπανδρέου απλώς υλοποίησε μια ήδη ειλημμένη απόφαση, διερωτώμενος με νόημα αν η νόμιμη συμμετοχή ενός πολίτη σε καθαρούς δημόσιους διαγωνισμούς συνιστά πλέον ανηθικότητα.