Το περίφημο «πνεύμα της Αλάσκα» –το πλαίσιο συνεννόησης που επιχείρησαν να οικοδομήσουν πέρυσι τον Δεκαπενταύγουστο στο Άνκορεϊτζ ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Βλαντίμιρ Πούτιν για την εκτόνωση της ουκρανικής κρίσης– φαίνεται πως καταρρέει οριστικά.
Κορυφαία στελέχη της Μόσχας εκφράζουν πλέον ανοιχτά την απογοήτευσή τους, με τον υπουργό Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, να αφήνει αιχμές ότι η συμφωνία χρησιμοποιήθηκε από τη Δύση απλώς για να κερδηθεί χρόνος υπέρ του Κιέβου, τονίζοντας πως τα πάντα πλέον κρίνονται στην πρώτη γραμμή του μετώπου.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ δήλωσε ότι δεν υφίστανται πλέον κανόνες, ενώ ο προεδρικός σύμβουλος Γιούρι Ουσακόφ και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Ριάμπκοφ επιβεβαίωσαν ότι η Ρωσία δεν προσδοκά πλέον την εφαρμογή των συμφωνηθέντων, καθώς η Ουάσινγκτον υπαναχωρεί από αυτά.
Η μεταστροφή αυτή αποδίδεται στη νέα στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τη σχετική ηρεμία στον Περσικό Κόλπο, έχει υιοθετήσει τη λογική της «αποκλιμάκωσης μέσω της κλιμάκωσης».
Η αλλαγή πλεύσης αποτυπώθηκε πολιτικά στη Σύνοδο της G7, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος συνυπέγραψε το κοινό ανακοινωθέν για την αποστολή επιπλέον οπλισμού και την επιβολή νέων κυρώσεων στη Ρωσία, προαναγγέλλοντας έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς.
Επιχειρησιακή κλιμάκωση, Κριμαία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και η έγκριση του Λευκού Οίκου
Στο πεδίο των μαχών, η Ουκρανία εντείνει τα πλήγματα με drones βαθιά εντός της ρωσικής επικράτειας στοχεύοντας βιομηχανικές υποδομές, ενώ σχεδιάζει την αποκοπή της Κριμαίας. Η κατάσταση στη χερσόνησο είναι ήδη έκρυθμη, καθώς οι τοπικές αρχές κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αναστέλλοντας τις τουριστικές δραστηριότητες και απαγορεύοντας την πώληση καυσίμων σε ιδιώτες.
Αν και το Κρεμλίνο, διά του Ντμίτρι Πεσκόφ, υποβαθμίζει τις σχετικές αναφορές εκφράζοντας «ευγνωμοσύνη» για τις αμερικανικές μεσολαβητικές προσπάθειες, δημοσίευμα της Kyiv Independent αναφέρει ότι ο Τραμπ έχει δώσει την προσωπική του συγκατάθεση για τα ουκρανικά πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς.
Η τακτική αυτή, την οποία είχε περιγράψει παλαιότερα η Wall Street Journal, στοχεύει στην πρόκληση εσωτερικής αναταραχής στη Ρωσία κατά τη διάρκεια μιας εκλογικής χρονιάς, μέσω της ενίσχυσης των ουκρανικών δυνατοτήτων κρούσης και των δευτερογενών κυρώσεων.
Τα διλήμματα του Πούτιν και η πυρηνική απειλή
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν αναγνωρίζει τον κίνδυνο, επισημαίνοντας ότι οι δυτικές επιθέσεις με drones στοχεύουν στην αποσταθεροποίηση της ρωσικής κοινωνίας και στη δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε αποφοίτους αξιωματικούς, υπογράμμισε με νόημα ότι μόνο το πυρηνικό οπλοστάσιο της χώρας αποτρέπει έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο.
Ωστόσο, ο Ρώσος πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με βαθιά εσωτερικά διλήμματα. Ενώ η σκληρή πτέρυγα της εξουσίας και οι μυστικές υπηρεσίες πιέζουν για μια πιο επιθετική στρατιωτική απάντηση, ο ίδιος ευθυγραμμίζεται προς το παρόν με το οικονομικό επιτελείο και την κεντρική τράπεζα, που προειδοποιούν για τα όρια της ρωσικής οικονομίας.
Μια γενική επιστράτευση, άλλωστε, θα κατέστρεφε την «αίσθηση κανονικότητας» στην οποία ο Πούτιν στηρίζει την πολιτική του κυριαρχία.
Η οικονομική και στρατιωτική θωράκιση του Κιέβου από το Κογκρέσο
Την ίδια ώρα, η αμερικανική υποστήριξη προς την Ουκρανία εντείνεται θεσμικά. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε κονδύλια ύψους άνω του 1 δισ. δολαρίων για ασφάλεια και ανοικοδόμηση, καθώς και επιπλέον 8 δισ. δολάρια σε αμυντικά δάνεια.
Παράλληλα, ο Τραμπ προανήγγειλε νέες κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο, γεγονός που αναμένεται να προκαλέσει τριγμούς και στις σχέσεις της Μόσχας με το Νέο Δελχί. Επιπλέον, Αμερικανοί γερουσιαστές προωθούν νομοθεσία που θα επιτρέπει στο Κίεβο να αγοράζει στρατιωτικό εξοπλισμό χρησιμοποιώντας δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας.
Όλες αυτές οι κινήσεις συνέπεσαν με την εισαγωγή διατύπωσης στον Νόμο περί Εθνικής Αμύνης (NDAA) για το 2027, η οποία ζητά τη συνεχή παροχή στρατιωτικών πληροφοριών προς την Ουκρανία, με στόχο την υποστήριξη των προσπαθειών της για ανακατάληψη των χαμένων εδαφών της κατά το επόμενο έτος.