Τέσσερις εβδομάδες μετά την έναρξη μιας σύγκρουσης που η Ουάσιγκτον προεξοφλούσε πως θα ολοκληρωνόταν μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, η πραγματικότητα στο πεδίο διαψεύδει οικτρά τους αρχικούς σχεδιασμούς. Με το κόστος για τις ΗΠΑ να αγγίζει ήδη τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια και το Ισραήλ να αιμορραγεί οικονομικά με 300 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως, η αμερικανική διπλωματία μοιάζει πλέον πιο αποκομμένη από την Τεχεράνη από κάθε άλλη φορά τον τελευταίο χρόνο.
Η στρατηγική επιδίωξη για πλήρη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, όπως αυτή περιγραφόταν στο αυστηρό τελεσίγραφο των 15 σημείων του περασμένου Μαΐου, έχει δώσει τη θέση της σε μια ταπεινωτική αναγκαιότητα διαπραγμάτευσης για τα αυτονόητα: την ελεύθερη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ.
Η κατάσταση στο στρατηγικής σημασίας πέρασμα αναδεικνύει το μέγεθος της αμερικανικής σύγχυσης, καθώς η ηγεσία του Πενταγώνου υπό τον Πιτ Χέγκσεθ φαίνεται να υποτιμά την πολυπλοκότητα της ιρανικής τακτικής. Ενώ η Ουάσιγκτον κάνει λόγο για ευθεία παρενόχληση πλοίων, η πραγματικότητα που περιγράφουν διεθνή μέσα όπως ο Guardian είναι πολύ πιο σύνθετη και επικίνδυνη για το παγκόσμιο εμπόριο.
Το Ιράν, αντί για τυφλά πυρά, επιβάλλει έναν άτυπο μηχανισμό «διοδίων», μετατρέποντας το Στενό σε μια ιδιότυπη επιχείρηση που θυμίζει τη Διώρυγα του Σουέζ, με δυνητικά έσοδα που αγγίζουν τα 80 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει στην Τεχεράνη να διαχωρίζει τη διεθνή κοινότητα σε «φίλους» και «εχθρούς», προσφέροντας ελεύθερη διέλευση σε δυνάμεις όπως η Κίνα και η Ινδία, ενώ την ίδια στιγμή στραγγαλίζει τις δυτικές εφοδιαστικές αλυσίδες.
Στον Λευκό Οίκο, η αντίδραση του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από μια νευρικότητα που κρύβεται πίσω από θριαμβευτικές δηλώσεις περί ιρανικής ήττας. Παρά τη συνεχή ρητορική περί ισχύος, ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη αναβάλει δύο φορές τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές, φοβούμενος τις διεθνείς νομικές συνέπειες και την περαιτέρω αποσταθεροποίηση των αγορών.
Η ανησυχία του για τις τιμές του πετρελαίου είναι έκδηλη, καθώς η παγκόσμια οικονομία στερείται πλέον έως και 13 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Παρόλο που οι τιμές δεν έχουν ακόμη εκτοξευθεί στα ύψη, κορυφαίοι αναλυτές προειδοποιούν ότι η αγορά δεν μπορεί να απορροφά επ’ αόριστον μια τόσο βίαιη διαταραχή, ειδικά όταν το Ιράν στοχεύει σε τιμές άνω των 100 δολαρίων για να προκαλέσει παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Το γεωπολιτικό αυτό θρίλερ φαίνεται να δικαιώνει όσους υποστήριζαν ότι η Τεχεράνη διέθετε μεγαλύτερη αντοχή από την αναμενόμενη. Όπως επισημαίνουν έμπειροι αναλυτές, μεταξύ των οποίων και ο πρώην επικεφαλής της MI6, οι ΗΠΑ έχασαν την πρωτοβουλία των κινήσεων υποτιμώντας το «βάθος» του αντιπάλου.
Με την προεδρία Τραμπ να κινδυνεύει να ταυτιστεί με ένα νέο, αδιέξοδο Ιράκ, η στρατηγική του «μεγάλου πλήγματος» που θα άλλαζε τους συσχετισμούς μοιάζει πλέον με μακρινό όνειρο.
Η Τεχεράνη, έχοντας το πλεονέκτημα της γεωγραφίας και της ανθεκτικότητας, περιμένει πλέον από την Ουάσιγκτον να επιλέξει ανάμεσα στην επικίνδυνη κλιμάκωση και μια επώδυνη διπλωματική υποχώρηση.