Σε ασφυκτικό κλοιό επιχειρεί να θέσει την Τεχεράνη ο Ντόναλντ Τραμπ, αυξάνοντας κατακόρυφα την πίεση προς το Ιράν και συνδέοντας ευθέως την αποφυγή στρατιωτικής επίθεσης με δύο σαφείς απαιτήσεις: τον τερματισμό του πυρηνικού προγράμματος και τη διακοπή των εκτελέσεων και της βίαιης καταστολής αμάχων.
Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου με το ιρανικό καθεστώς, την ώρα που –σύμφωνα με τους New York Times– τα στρατιωτικά σχέδια βρίσκονται ήδη στο τραπέζι. Τα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνουν επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις και «χειρουργικά» πλήγματα σε καίριους στρατηγικούς στόχους.
Μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι ισχυρή αμερικανική ναυτική δύναμη κατευθύνεται προς την περιοχή, υποστηρίζοντας μάλιστα ότι πρόκειται για αρμάδα μεγαλύτερη από εκείνη που είχε αναπτυχθεί στο παρελθόν στη Βενεζουέλα. Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Τεχεράνη επιδιώκει συμφωνία για να αποφύγει τη στρατιωτική σύγκρουση, αποκαλύπτοντας ότι έχει θέσει προθεσμία –η οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί– για την ιρανική απάντηση.
Ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος εμφανίστηκε κατηγορηματικός ως προς τις «κόκκινες γραμμές» της Ουάσινγκτον, δηλώνοντας ότι δεν πρόκειται να υπάρξει ανοχή ούτε στο πυρηνικό πρόγραμμα ούτε στη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων στο Ιράν. Παρά τις σκληρές επιλογές που εξετάζονται, οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ενεργοί, ενώ η αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή ενισχύεται περαιτέρω με την αποστολή επιπλέον πολεμικών πλοίων.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, από την Τουρκία, επιχειρεί να αποτρέψει ένα αμερικανικό πλήγμα μέσω επαφών με περιφερειακές δυνάμεις, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι οι αμυντικές και πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, το Ισραήλ φέρεται να πιέζει για νέα κοινή επιχείρηση με τις ΗΠΑ κατά των ιρανικών πυραυλικών εγκαταστάσεων, εκτιμώντας ότι το πρόγραμμα έχει σε μεγάλο βαθμό ανασυγκροτηθεί μετά τον πόλεμο του Ιουνίου.
Σύμφωνα με το BBC, η παρούσα συγκυρία καθιστά απρόβλεπτη την ιρανική αντίδραση σε ένα ενδεχόμενο αμερικανικό πλήγμα. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όταν η Τεχεράνη απαντούσε με καθυστερημένα και περιορισμένα αντίποινα, η σημερινή έντονη εσωτερική πίεση –μετά από ένα από τα σοβαρότερα κύματα διαδηλώσεων από το 1979– αυξάνει τον κίνδυνο ταχείας και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Οι μαζικές κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών καταστάλθηκαν με ιδιαίτερη σφοδρότητα, με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και συλληφθέντες, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αν και η ένταση στους δρόμους έχει περιοριστεί, τα βαθύτερα κοινωνικά ρήγματα παραμένουν, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά εύφλεκτο εσωτερικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ένα περιορισμένο αμερικανικό χτύπημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε προσωρινή αποκλιμάκωση στο εξωτερικό, αλλά ταυτόχρονα να προσφέρει στην ιρανική ηγεσία πρόσχημα για νέο γύρο καταστολής. Αντίθετα, μια ευρύτερη στρατιωτική εκστρατεία θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει πλήρως μια χώρα άνω των 90 εκατομμυρίων κατοίκων, με επιπτώσεις που θα ξεπερνούσαν κατά πολύ τα σύνορα της περιοχής.
Η κλιμακούμενη ρητορική από όλες τις πλευρές έχει ήδη προκαλέσει ανησυχία στα κράτη του Κόλπου και στο Ισραήλ, τα οποία ενδέχεται να βρεθούν άμεσα στο επίκεντρο μιας σύγκρουσης, ανεξαρτήτως άμεσης εμπλοκής τους. Παράλληλα, το Ιράν δηλώνει έτοιμο για «δίκαιες συνομιλίες» με τις ΗΠΑ, ξεκαθαρίζοντας όμως ότι είναι εξίσου προετοιμασμένο για το ενδεχόμενο πολέμου, αν η διπλωματία αποτύχει.