Η προσέγγιση του προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ στη διεθνή πολιτική χαρακτηρίζεται από την προτίμηση στα γρήγορα και εντυπωσιακά αποτελέσματα και από μια εμφανή δυσανεξία απέναντι στις παρατεταμένες κρίσεις. Παρότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά του θεωρείται συστατικό στοιχείο της προεδρίας του, αυτή η αστάθεια εγείρει σοβαρά ερωτήματα, ιδίως σε ένα τόσο ευαίσθητο γεωπολιτικό πεδίο όπως ο Περσικός Κόλπος.
Η συσσώρευση αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στα ανοικτά του Ιράν είναι εντυπωσιακή σε εικόνα, αλλά αργή σε ρυθμό. Για σχεδόν τρεις εβδομάδες, ο Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, από τη στιγμή που έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι «η βοήθεια έρχεται» και ακύρωσε επαφές με Ιρανούς αξιωματούχους, επικαλούμενος τη βίαιη καταστολή διαδηλώσεων. Εκείνη την περίοδο, οι ΗΠΑ δεν διέθεταν επαρκή ισχύ πυρός στην περιοχή για μια σοβαρή επίθεση. Η κατάσταση αυτή έχει πλέον μεταβληθεί, αλλά όχι αποφασιστικά.
Σε αντίθεση με την επίθεση του περασμένου Ιουνίου στις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν – όταν δύο ομάδες αεροπλανοφόρων λειτουργούσαν κυρίως αποτρεπτικά απέναντι σε ιρανικά αντίποινα – σήμερα οι ΗΠΑ διαθέτουν ένα αεροπλανοφόρο και σειρά άλλων μέσων, τα οποία όμως είναι εύκολα ανιχνεύσιμα. Η συγκέντρωση δυνάμεων έχει στερήσει από το Πεντάγωνο το στοιχείο του αιφνιδιασμού, αν και αυτό ίσως δεν αποδειχθεί καθοριστικό, καθώς το ιρανικό καθεστώς βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής μετά τον 12ήμερο πόλεμο με το Ισραήλ.
Παρότι το Ιράν έχει υποστεί φθορά – με εξαντλημένα αποθέματα πυραύλων και πιεσμένη διοικητική δομή – η αποδυνάμωσή του δεν καθιστά τις επιλογές του Τραμπ ευκολότερες. Αντιθέτως, ενδέχεται να τις περιπλέκει. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει δείξει ότι προτιμά περιορισμένα, ακριβή και συμβολικά χτυπήματα, συνδυάζοντας εντυπωσιακή εκτέλεση με υπολογισμό των άμεσων κινδύνων, χωρίς όμως σαφή στρατηγική για την επόμενη μέρα.
Η σύλληψη του Μαδούρο, η δολοφονία του επικεφαλής της δύναμης Κουντς Κασέμ Σουλεϊμανί και τα πλήγματα στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα βασίστηκαν στη σωστή εκτίμηση της αδυναμίας των αντιπάλων να απαντήσουν αποτελεσματικά. Ωστόσο, και στις τρεις περιπτώσεις, η Ουάσινγκτον δεν φάνηκε να διαθέτει σχέδιο για τη συνέχεια. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται και σήμερα, με τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να παραδέχεται ανοιχτά ότι δεν υπάρχει σαφής εικόνα για το τι θα ακολουθούσε μια ενδεχόμενη πτώση του Αγιατολάχ Χαμενεΐ.
Οι επιλογές μιας περιορισμένης στρατιωτικής δράσης παραμένουν προβληματικές. Στοχοποίηση της ιρανικής ηγεσίας ή ακόμη και του ίδιου του Χαμενεΐ θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως αντίποινα, αλλά η εμπειρία δείχνει ότι οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης ανασυγκροτήθηκαν γρήγορα μετά τις πρόσφατες απώλειες. Παράλληλα, η μετά-Χαμενεΐ εποχή μόνο προβλέψιμη δεν είναι, με το ενδεχόμενο μιας ακόμη πιο σκληρής και αντιαμερικανικής ηγεσίας να θεωρείται πιθανό.
Η καταστροφή όσων έχουν απομείνει από το πυρηνικό πρόγραμμα θα εξυπηρετούσε τους μακροπρόθεσμους στόχους των ΗΠΑ, αλλά θα υπονόμευε τις ίδιες τις δηλώσεις Τραμπ περί επιτυχίας των προηγούμενων πληγμάτων. Ένα ευρύτερο κύμα επιθέσεων σε στρατιωτικές και αστυνομικές υποδομές θα αύξανε δραματικά τον κίνδυνο απωλειών αμάχων, συσπειρώνοντας την ιρανική κοινωνία γύρω από το καθεστώς που οι ΗΠΑ επιθυμούν να αποδυναμώσουν.
Σε κάθε περίπτωση, οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν σήμερα τις αναγκαίες δυνάμεις για μια εκτεταμένη εκστρατεία βομβαρδισμών, ούτε φαίνεται να υπάρχει πολιτική βούληση για μια μακρόχρονη χερσαία εμπλοκή. Έτσι, ο Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος με το γνώριμο δίλημμα: αλλαγή ατζέντας ή μια σύντομη, θεαματική επίδειξη ισχύος.
Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Ένα μεμονωμένο πλήγμα που θα οδηγούσε στον θάνατο Αμερικανών στρατιωτών θα μπορούσε να σύρει τον «πρόεδρο της ειρήνης» σε μήνες αντιποίνων και σε μια ακόμη εξωτερική εμπλοκή, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Πηγή: CNN