Έντονη αντιπαράθεση προκαλεί στις Ηνωμένες Πολιτείες η στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, με επικριτές από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα να τη χαρακτηρίζουν «πόλεμο επιλογής» και όχι αναγκαιότητας. Ωστόσο, υποστηρικτές της στρατηγικής αυτής προβάλλουν το επιχείρημα ότι η έγκαιρη ανάληψη δράσης μπορεί να αποτρέψει πολύ πιο δαπανηρές συγκρούσεις στο μέλλον.
Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η καθυστέρηση αντιμετώπισης απειλών δεν οδηγεί απαραίτητα σε ειρήνη, αλλά συχνά σε κλιμάκωση, όπως έχει δείξει ιστορικά η εμπειρία μεγάλων πολέμων. Ένας «πόλεμος επιλογής» περιγράφεται ως προληπτική ενέργεια με στόχο την εξουδετέρωση απειλών πριν αυτές καταστούν άμεσες και ανεξέλεγκτες.
Στο πλαίσιο αυτό, απορρίπτεται το επιχείρημα ότι η Τεχεράνη δεν συνιστούσε «άμεση απειλή», με την αιτιολόγηση ότι η έννοια της επικείμενης απειλής παραμένει ασαφής και αμφισβητούμενη. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η αμερικανική στρατηγική ήδη από το 2002 προβλέπει προληπτική δράση απέναντι σε αναδυόμενους κινδύνους.
Υποστηρίζεται ακόμη ότι το Ιράν, επί δεκαετίες, ενίσχυε στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δυνατότητες, αναπτύσσοντας πυρηνικές εγκαταστάσεις, πυραυλικά συστήματα και δίκτυα συμμάχων στην περιοχή, ενώ παράλληλα δεχόταν υποστήριξη από χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Βόρεια Κορέα.
Οι εξελίξεις μετά το 2023, με την κλιμάκωση της βίας στη Μέση Ανατολή και τις επιθέσεις κατά του Ισραήλ, παρουσιάζονται ως ενδείξεις ενός ευρύτερου σχεδίου αποσταθεροποίησης. Παράλληλα, γίνεται αναφορά σε επιτάχυνση του ιρανικού εξοπλιστικού προγράμματος, ιδιαίτερα μετά την εκεχειρία του 2025, γεγονός που, σύμφωνα με την ίδια οπτική, καθιστούσε αναγκαία μια προληπτική αντίδραση.
Το βασικό επιχείρημα συνοψίζεται στην εκτίμηση ότι η μη ανάληψη δράσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν μελλοντικό πόλεμο υπό δυσμενέστερους όρους, ενδεχομένως απέναντι σε έναν ισχυρότερο συνασπισμό αντιπάλων. Σε αυτό το πλαίσιο, προβάλλεται η άποψη ότι η αποτροπή δεν επιτυγχάνεται μέσω διαπραγματεύσεων ή συμβιβασμών, αλλά μέσω σαφούς επίδειξης ισχύος.
Τέλος, υπογραμμίζεται ότι η ιστορία έχει δείξει πως η αδράνεια ενδέχεται να εγκυμονεί μεγαλύτερους κινδύνους από την ανάληψη δράσης, επαναφέροντας τη διαχρονική θέση ότι το κόστος της μη επέμβασης μπορεί να αποδειχθεί βαρύτερο σε βάθος χρόνου.