Ο καθοριστικός ρόλος του Προκόπη Παυλόπουλου μετά το δημοψήφισμα του 2015 - Πως κράτησε την Ελλάδα στην ευρωζώνη

 
Ο καθοριστικός ρόλος του Προκόπη Παυλόπουλου μετά το δημοψήφισμα του 2015 - Πως κράτησε την Ελλάδα στην ευρωζώνη

Ενημερώθηκε: 15/02/20 - 18:36

Ποιος ήταν ο πραγματικός ρόλος του Προκόπη Παυλόπουλου κατά τη διάρκεια των δύο κρίσιμων 24ώρων μετά το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015; Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει συγκεντρώσει εγκώμια, αλλά και κριτική για τις αποφάσεις του καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής του στον δημόσιο βίο.

Το 1993 ανέλαβε εκπρόσωπος της Ν.Δ. επί Μιλτιάδη Εβερτ, συνέχισε με τον Κώστα Καραμανλή και αναδείχθηκε σε κορυφαίο υπουργό την περίοδο 2004-2009. Το 2015 ψηφίστηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας από τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Ν.Δ. Οι φίλοι του τονίζουν ότι η κριτική που έχει δεχθεί οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι είναι πολιτικός που δεν αποφεύγει τις δύσκολες αποφάσεις και την ανάληψη κόστους, όταν χρειάζεται.

Για παράδειγμα, κάποιοι τον ψέγουν επειδή δεν απαγόρευσε τη διενέργεια του δημοψηφίσματος στον Αλέξη Τσίπρα. Θα μπορούσε να αρνηθεί να το υπογράψει. Πολλοί όμως υποστηρίζουν ότι μια τέτοια απόφαση θα διαμόρφωνε πρωτοφανείς συνθήκες έντασης, διχασμού και αποσταθεροποίησης και θα μετέτρεπε τον κ. Τσίπρα σε λαϊκό ήρωα που εύκολα θα μπορούσε στη συνέχεια να προκαλέσει εκλογές, στις οποίες φυσικά θα σάρωνε, με τη χώρα να παραπαίει εκτός προγράμματος και μάλλον εκτός ευρώ. Αντιθέτως, συνεχίζουν οι φίλοι του απερχόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας, ο κ. Παυλόπουλος έδρασε ως πραγματικός θεματοφύλακας της ευρωπαϊκής προοπτικής της χώρας. Κράτησε την ψυχραιμία του, επέτρεψε την εκτόνωση ενός διογκούμενου λαϊκού ρεύματος, διατήρησε ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τον τότε πρωθυπουργό και προετοιμάστηκε για να επέμβει την κατάλληλη στιγμή.

Το κρίσιμο απόγευμα

Η κατάλληλη στιγμή ήταν το απόγευμα μετά το κλείσιμο της κάλπης του δημοψηφίσματος, όταν όλοι –συμπεριλαμβανομένου του κ. Τσίπρα– συνειδητοποίησαν ότι η ευρεία νίκη του «Οχι» με 61% εγκλώβισε τη χώρα σε μια πορεία στο βάθος της οποίας η εικόνα της εθνικής καταστροφής είχε γίνει πλέον ορατή. Η έξοδος από το ευρώ και η υποβοηθούμενη εισαγωγή εθνικού νομίσματος θα συνοδευόταν από ιλιγγιώδη ανατίμηση του δημοσίου χρέους, έκρηξη πληθωρισμού, στάση πληρωμών, βαθιά κοινωνική αναστάτωση και νέο δάνειο με ακόμα πιο επαχθείς όρους. Σύμφωνα με πηγές κοντά στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το βράδυ του δημοψηφίσματος ο κ. Παυλόπουλος σε επικοινωνία του με τον πρωθυπουργό έθεσε με σαφήνεια την κόκκινη γραμμή, επιβάλλοντας μια πολύ συγκεκριμένη ερμηνεία για το δημοψήφισμα. Η ερμηνεία αυτή ήταν ότι «το δημοψήφισμα σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει έξοδο από την Ευρωζώνη». Ο κ. Τσίπρας, που είχε συνειδητοποιήσει τις επιπτώσεις και είχε ήδη επικοινωνήσει με τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, δεν διαφώνησε. Ωστόσο, ενημέρωσε τον κ. Παυλόπουλο ότι μετά το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ενωσης ήθελαν τη διαβεβαίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι «η Ελλάδα μπορεί να συνεχίσει στην Ευρωζώνη».

Εκείνη τη στιγμή ο κ. Παυλόπουλος επικοινώνησε με τον κ. Ολάντ, λέγοντας ότι ασφαλώς υπάρχει θεσμικό μονοπάτι και εγγύηση για την επιστροφή στη σταθερότητα μέσα από την έκτακτη σύγκληση Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, που θα είχε στόχο να επαναβεβαιωθεί η βούληση της Αθήνας για την παραμονή στην Ευρωζώνη. Ο κ. Ολάντ αποδέχθηκε τη διαδικασία που αποφάσισε ο κ. Παυλόπουλος και ζήτησε να επαναληφθεί η επικοινωνία τους το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, Δευτέρας 6 Ιουλίου, μετά τη λήξη του Συμβουλίου. Πράγματι, την επόμενη μέρα στο Συμβούλιο επήλθε συμφωνία μεταξύ όλων των πολιτικών αρχηγών –πλην του γ.γ. του ΚΚΕ– ότι «η πρόσφατη απόφαση του ελληνικού λαού στο δημοψήφισμα δεν στοιχειοθετεί εντολή αποχώρησης από την Ευρωζώνη, αλλά εντολή συνέχισης και ενίσχυσης της προσπάθειας για να επιτευχθεί μια κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά λειτουργική συμφωνία». Στις 13.00 ο κ. Παυλόπουλος επικοινώνησε εκ νέου με τον κ. Ολάντ, τον ενημέρωσε για τη συμφωνία και του ζήτησε να ενημερώσει με τη σειρά του τη Γερμανίδα καγκελάριο Αγκελα Μέρκελ. Μετριοπαθείς πολιτικοί παράγοντες εκτιμούν ότι η παραπάνω πολιτική και φραστική αναπλαισίωση του «Οχι» που διαμόρφωσε ο κ. Παυλόπουλος, λιγότερο από ένα 24ωρο μετά την κάλπη, αποτελεί μια συμβολή που είναι δύσκολο να υποτιμηθεί ακόμα και από τους πιο αυστηρούς επικριτές του συνολικού έργου του.

Τα παραπάνω επιβεβαίωσε ο κ. Ολάντ όταν επισκέφθηκε την Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2018 και δήλωσε απευθυνόμενος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: «Μου είχατε τηλεφωνήσει για να μου πείτε ότι εσείς προσωπικά θέτετε τον εαυτό σας ως εγγυητή της βούλησης της Ελλάδας να παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης έπειτα από αυτό το δημοψήφισμα. Μου είχατε πει ότι μπορείτε να με διαβεβαιώσετε με μεγάλη ασφάλεια ότι ο πρωθυπουργός Αλ. Τσίπρας θα ξεκινούσε τις διαπραγματεύσεις. Και με είχατε επίσης διαβεβαιώσει ότι η αντιπολίτευση –και αυτό ήταν ένα ιδιαίτερα σημαντικό μήνυμα– ήταν και εκείνη έτοιμη να πράξει τα δέοντα, έτσι ώστε η Ελλάδα να παραμείνει εντός της Ευρωζώνης».

Αξίζει όμως να προστεθεί ότι η ενεργοποίηση του κ. Παυλόπουλου δεν περιορίστηκε στα δύο τηλεφωνήματα με τον κ. Ολάντ. Λίγες ώρες αργότερα, μετά τη δεύτερη συνομιλία Παυλόπουλου - Ολάντ, το απόγευμα της 6ης Ιουλίου, ο κ. Τσίπρας επικοινώνησε με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και του μετέφερε την πληροφορία ότι ο Ντόναλντ Τουσκ, ως πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, θα αποδεχόταν τη διαβεβαίωση της Ελλάδας ότι επιζητεί συμφωνία για νέο πρόγραμμα μόνο αν αυτή θα ερχόταν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο κ. Τουσκ γνώριζε ότι ο κ. Παυλόπουλος δεν είναι εκτελεστικός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, όμως με τον πρωθυπουργό να έχει εμπλακεί στην εκστρατεία του «Οχι», μόνο ο Πρόεδρος είχε απομείνει για να εκφράσει το ότι η κοινή λογική παραμένει κατευθυντήρια αρχή της εθνικής συλλογικότητας.

Η επιστολή στον Τουσκ

Κάπως έτσι, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συνέταξε τη γνωστή επιστολή προς τον κ. Τουσκ, την οποία απέστειλε την επομένη, στις 7 Ιουλίου, και η οποία αποτέλεσε την αφετηρία για την επανάληψη της διαδικασίας για την επίτευξη συμφωνίας, που είχε διακοπεί όταν προκηρύχθηκε το δημοψήφισμα.

Στην επιστολή αυτή, μετά τις διατυπώσεις για την ερμηνεία του «Οχι» ως εντολής για καλύτερη συμφωνία, τονίζεται: «Η κυβέρνηση αναλαμβάνει την ευθύνη συνέχισης των διαπραγματεύσεων και κάθε πολιτικός αρχηγός θα συμβάλλει σε αυτή την προσπάθεια στη βάση του θεσμικού και πολιτικού του ρόλου. Ο κοινός στόχος, σε αυτό το πλαίσιο, είναι η αναζήτηση μιας λύσης η οποία θα διασφαλίζει:

Επαρκή κάλυψη των χρηματοοικονομικών αναγκών της χώρας.

Αξιόπιστες μεταρρυθμίσεις, βασισμένες σε μια δίκαιη κατανομή των βαρών και την προώθηση της ανάπτυξης με όσο γίνεται λιγότερες υφεσιακές επιπτώσεις.

Ισχυρό, εμπροσθοβαρές πρόγραμμα ανάπτυξης, με κύρια κατεύθυνση την αντιμετώπιση της ανεργίας και την ενθάρρυνση της επιχειρηματικότητας.

Δέσμευση για την έναρξη μιας ουσιαστικής συζήτησης για την αντιμετώπιση του προβλήματος της βιωσιμότητας του ελληνικού δημοσίου χρέους.

Επίσης, οι πολιτικοί αρχηγοί υπογράμμισαν ότι η αποκατάσταση της ρευστότητας στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, σε συντονισμό με την ΕΚΤ, αποτελεί άμεση προτεραιότητα».

Με την επιστολή αυτή στα χέρια του, η οποία ουσιαστικά προσδιόρισε τα επόμενα βήματα, ο κ. Τουσκ συγκάλεσε το κρίσιμο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για να γίνει μια «νέα αρχή»... Και πράγματι, στις 13 Ιουλίου, έπειτα από μια εβδομάδα παθών, η Ελλάδα κατόρθωσε να απεγκλωβιστεί από τις συμπληγάδες των πολιτικών σκοπιμοτήτων που υπονόμευαν την εξυγίανση επί χρόνια. Κανείς δεν μπορεί βεβαίως να ισχυριστεί ότι ο κ. Παυλόπουλος έκανε μόνος του τα πάντα, αλλά εξίσου δύσκολο είναι να διαφωνήσει ότι η συμβολή του, κατά τις κρίσιμες ώρες του 2015, ήταν ουσιαστική, ενωτική και εθνικά επωφελής.

ΠΗΓΗ: Εφημερίδα «Καθημερινή»