Σε μια προσπάθεια να αποσπάσει την προσοχή της κοινής γνώμης από τις διαφαινόμενες αμερικανικές υποχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχειρεί να εμπλέξει τις «Συμφωνίες του Αβραάμ» στις συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου.
Το Πακιστάν έγινε η πρώτη χώρα που απέρριψε επίσημα την πρόταση, με πηγές που γνωρίζουν το θέμα να ξεκαθαρίζουν στο Reuters ότι η κατάπαυση του πυρός με το Ιράν και η αναγνώριση του Ισραήλ είναι δύο ζητήματα εντελώς ασύνδετα που δεν μπορούν να γεφυρωθούν.
Οι «Συμφωνίες του Αβραάμ», που υπεγράφησαν το 2020 επί της πρώτης θητείας Τραμπ, αποτέλεσαν ιστορικό ορόσημο, καθώς εξομάλυναν τις διπλωματικές σχέσεις του Ισραήλ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, και αργότερα με το Μαρόκο.
Η κινητικότητα εντείνεται καθώς αναμένεται στην ιρανική πρωτεύουσα και ο αρχηγός του πακιστανικού στρατού, την ώρα που ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, κάνει λόγο για πρόοδο, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι οι δύο πλευρές δεν βρίσκονται ακόμη κοντά σε τελική συμφωνία.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Middle East Eye, πηγές προσκείμενες στο ίδρυμα αποκαλύπτουν ότι η κυβέρνηση του Καΐρου έχει καταστήσει σαφές στους θρησκευτικούς ηγέτες ότι η εξωτερική πολιτική της χώρας δεν μπορεί να τεθεί σε κίνδυνο, δεδομένης της κρίσιμης οικονομικής εξάρτησης της Αιγύπτου από τις επενδύσεις και την οικονομική βοήθεια των χωρών του Κόλπου.
Μια εμπορική συμφωνία ιστορικής σημασίας με τις χώρες του Κόλπου ανακοίνωσε το Ηνωμένο Βασίλειο, αποτελώντας την πρώτη αντίστοιχη σύμπραξη που επιτυγχάνεται ανάμεσα σε κράτος-μέλος των G7 και το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (GCC).
Οι εμπλεκόμενοι παίκτες δεν βασίζονται πλέον σε δημόσιες δεσμεύσεις ή φανερές στρατιωτικές αναπτύξεις, αλλά επιλέγουν να εκπέμπουν μηνύματα ισχύος μέσα από την ελεγχόμενη ασάφεια, τις συγκαλυμμένες επιχειρήσεις, τις ανώνυμες επιθέσεις και την επιλεκτική αποκάλυψη πληροφοριών.
Παρά την εύθραυστη εκεχειρία που ισχύει αυτή τη στιγμή, η σύγκρουση έχει ήδη καταρρίψει θεμελιώδεις παραδοχές χρόνων και έχει δημιουργήσει νέα δεδομένα που θα επηρεάσουν την περιοχή για τις επόμενες δεκαετίες, μέσα από επτά καθοριστικές δυναμικές:
Κατά το Bloomberg, η στάση των χωρών του Κόλπου συνδέεται με τις πρόσφατες εντάσεις στις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και με διαφορετικές προσεγγίσεις σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας και ενεργειακής πολιτικής.
Το Ιράν επιχειρεί να υπονομεύσει την ασφάλεια των κρατών του Κόλπου και του Ισραήλ, επιστρατεύοντας σιίτες μουσουλμάνους που ασπάζονται την επαναστατική ιδεολογία του και συνεργάζονται στενά με τη Χεζμπολάχ.
Στη ριζική αναδιάρθρωση του οικονομικού και ενεργειακού μοντέλου των χωρών του Κόλπου, καθώς και στις έντονες γεωπολιτικές ισορροπίες της περιοχής, αναφέρθηκε ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), Jasem Mohamed AlBudaiwi.
Ο Χάκαμπι εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος για τη διεύρυνση των «Συμφωνιών του Αβραάμ», εκτιμώντας ότι περισσότερες χώρες θα εξομαλύνουν σύντομα τις σχέσεις τους με το Τελ Αβίβ, παρά την έντονη δυσαρέσκεια που επικρατεί στον αραβικό κόσμο για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Γάζα, Λίβανο και Συρία.
Σε μια περίοδο κλιμακούμενης έντασης στην περιοχή του Κόλπου, ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου ηγείται ενός διπλωματικού μαραθωνίου, πραγματοποιώντας σειρά επαφών με ηγέτες αραβικών κρατών, ανάμεσα στους οποίους και ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων (ΗΑΕ), Μοχάμεντ μπιν Ζαγέντ.
Ουκρανός πρόεδρος επιχειρεί να μετατρέψει την πικρή εμπειρία της χώρας του στα πεδία των μαχών σε πολύτιμο διπλωματικό κεφάλαιο, προωθώντας την τεχνογνωσία της Ουκρανίας στον πόλεμο με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones).
Ενώ η παγκόσμια προσοχή εστιάζεται στις τιμές των καυσίμων λόγω του πολέμου με το Ιράν, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν εξίσου σοβαρό αλλά λιγότερο ορατό κίνδυνο: τη δραστική μείωση των κεφαλαίων από τα κρατικά επενδυτικά ταμεία (SWF) των χωρών του Κόλπου.
Το κύριο εμπόδιο είναι η διατήρηση της Συρίας στη λίστα των ΗΠΑ με τα κράτη που στηρίζουν την τρομοκρατία (SST), γεγονός που αποτρέπει τις χώρες του Κόλπου από το να υλοποιήσουν τα επενδυτικά τους πακέτα, ύψους άνω των 22 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ο πόλεμος λειτούργησε ως ισχυρό σοκ για την περιοχή. Οι επιθέσεις του Ιράν ανέδειξαν τις ευπάθειες κρίσιμων υποδομών, ακόμη και σε χώρες που είχαν επιλέξει την αποκλιμάκωση. Παράλληλα, αναζωπυρώθηκαν αμφιβολίες για την αξιοπιστία των εξωτερικών εγγυήσεων ασφάλειας, κυρίως από τις ΗΠΑ, οδηγώντας τα κράτη του Κόλπου σε επανεκτίμηση των επιλογών τους.
Με στόχους όπως το διυλιστήριο του Γιανμπού και το αεροδρόμιο του Κουβέιτ, οι οργανώσεις αυτές λειτουργούν ως το «μακρύ χέρι» της Τεχεράνης στην περιοχή, εκμεταλλευόμενες το γεγονός ότι αποτελούν ένα άτυπο «κράτος εν κράτει» εντός του Ιράκ.
Ο ηγέτης του Σουδάν, Αμπντέλ Φατάχ αλ Μπουρχάν, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κρίσιμο στρατηγικό αδιέξοδο, καθώς η εξάρτησή του από την εγχώρια ισλαμιστική ελίτ και τη Μουσουλμανική Αδελφότητα υπονομεύει τις σχέσεις του με τις χώρες του Κόλπου.