Η υπόθεση του σμήναρχου της Πολεμικής Αεροπορίας που κατηγορείται για διαρροή απόρρητων πληροφοριών προς την Κίνα φαίνεται πως δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, καθώς οι ελληνικές Αρχές εξετάζουν και άλλες πιθανές διασυνδέσεις.
Σύμφωνα με αποκαλυπτικό ρεπορτάζ του Star, στο πεδίο των ερευνών βρίσκονται και πρώην ανώτατα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, τα οποία μετά την αποστρατεία τους ανέλαβαν επαγγελματικές θέσεις σε χώρες του Περσικού Κόλπου. Ειδικότερα, ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί της Πολεμικής Αεροπορίας που αποστρατεύτηκαν ή παραιτήθηκαν, φέρεται να εργάζονται στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — μια επιλογή που αποδίδεται στις ιδιαίτερα υψηλές αμοιβές που προσφέρονται.
Ωστόσο, οι Αρχές εξετάζουν κατά πόσο οι υπηρεσίες που παρέχονται συνδέονται με κρατικούς φορείς, γεγονός που θα μπορούσε να εγείρει ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Στο πλαίσιο αυτό ερευνάται, μεταξύ άλλων, πρώην υψηλόβαθμος αξιωματικός με τα αρχικά Β.Χ., για πιθανές επαφές με την Κίνα, με την υπόθεση να βρίσκεται στο μικροσκόπιο του ΓΕΕΘΑ και της ΕΥΠ.
Όπως ανέφερε ο αντιπτέραρχος Παναγιώτης Δημητριάδης, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ο συγκεκριμένος αξιωματικός αποστρατεύτηκε αιφνιδιαστικά το 2017 κατά τη διάρκεια επίσκεψης αντιπροσωπείας στα ΗΑΕ και στη συνέχεια φέρεται να ανέλαβε ρόλο συμβούλου άμυνας στην κυβέρνηση του Κατάρ. Οι έρευνες επεκτείνονται και υπό το πρίσμα των στενών σχέσεων Κατάρ – Τουρκίας, ενώ το υπουργείο Άμυνας έχει ήδη θεσπίσει νομοθετικό πλαίσιο που απαγορεύει την ανάληψη θέσεων ευθύνης σε ξένα κράτη χωρίς κυβερνητική έγκριση.
Την ίδια ώρα, προφυλακιστέος κρίθηκε ο 54χρονος σμήναρχος μετά από πολύωρη — περίπου εννιάωρη — απολογία στο Αεροδικείο. Κατηγορείται για συλλογή και διαβίβαση στρατιωτικών μυστικών που αφορούσαν την Ελλάδα και το ΝΑΤΟ, πράξεις που θα μπορούσαν να επιφέρουν σοβαρή βλάβη στα εθνικά συμφέροντα. Αντιμετωπίζει ποινή κάθειρξης έως 20 έτη, ενώ προβλέπεται ακόμη και αφαίρεση ιθαγένειας.
Κατά την απολογία του φέρεται να παραδέχθηκε τις πράξεις του και να περιέγραψε τον τρόπο δράσης του, υποστηρίζοντας ωστόσο ότι δεν γνώριζε πως οι πληροφορίες κατέληγαν στην κινεζική κυβέρνηση, καθώς πίστευε ότι συνεργαζόταν με εκπροσώπους εταιρειών. Όπως ισχυρίστηκε, το κίνητρό του ήταν η οικονομική ενίσχυση ενόψει αποστρατείας, έπειτα από προσέγγιση που θεώρησε επαγγελματική ευκαιρία.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι αρχικά λάμβανε μικρά ποσά για γενικές γεωπολιτικές πληροφορίες, ενώ στη συνέχεια οι αμοιβές αυξήθηκαν σημαντικά, φτάνοντας χιλιάδες ευρώ για παροχή απόρρητων εγγράφων, αφού είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη των επαφών του.
Ο συνήγορός του δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε τις ευθύνες του, εκφράζοντας εμπιστοσύνη στη στρατιωτική Δικαιοσύνη και ανακούφιση μετά τη σύλληψή του, υποστηρίζοντας ότι θεωρούσε πως συνεργαζόταν με ιδιωτικό συμβουλευτικό φορέα.
Στην πρώτη του γραπτή δήλωση, ο 54χρονος ζήτησε συγγνώμη από την πατρίδα, τις Ένοπλες Δυνάμεις, τους συναδέλφους και την οικογένειά του, τονίζοντας ότι ενεπλάκη «εν αγνοία και χωρίς πρόθεση» σε μια υπόθεση που εξελίχθηκε — όπως ανέφερε — σε κάτι παράνομο και επικίνδυνο, ζητώντας να τιμωρηθεί δίκαια από τη στρατιωτική δικαιοσύνη.