Η επιχείρηση των ΗΠΑ στη Βενεζουέλα υπό τον Ντόναλντ Τραμπ πέτυχε τον στρατιωτικό της στόχο, απέτυχε όμως να μεταφραστεί σε οικονομικό αποτέλεσμα. Στις 3 Ιανουαρίου, αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν την επιχείρηση «Absolute Resolve», συλλαμβάνοντας τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο και επιτυγχάνοντας τον άμεσο πολιτικοστρατιωτικό σκοπό της επέμβασης. Ωστόσο, η επόμενη φάση –η προσέλκυση επενδύσεων– προσέκρουσε σε ανυπέρβλητα εμπόδια.
Παρά την προσφορά πρόσβασης σε αποδεδειγμένα αποθέματα 303 δισ. βαρελιών πετρελαίου, περίπου το 17% της παγκόσμιας προσφοράς, οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες αρνήθηκαν να δεσμεύσουν κεφάλαια. Σε συνάντηση στον Λευκό Οίκο στις 9 Ιανουαρίου, οι επικεφαλής του κλάδου κράτησαν αποστάσεις, ενώ στα τέλη του μήνα επιβεβαίωσαν ότι υιοθετούν στάση αναμονής, επικαλούμενοι την ανάγκη μακροχρόνιας πολιτικής σταθερότητας και θεσμικών εγγυήσεων. Ακόμη και η Chevron, που ήδη δραστηριοποιείται στη χώρα μέσω κοινοπραξιών, επέλεξε να διατηρήσει μόνο τις υφιστάμενες δραστηριότητές της.
Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας όταν οι πολιτικοί στόχοι απαιτούν τη συμμετοχή των αγορών σε βάθος δεκαετιών. Η στρατηγική του Τραμπ βασίστηκε στη λογική της «απόφασης της εξαίρεσης», όπως την περιέγραψε ο Καρλ Σμιτ: η κυριαρχία εκδηλώνεται μέσω αποφασιστικών ενεργειών που αναστέλλουν τους κανόνες σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Στη Βενεζουέλα, αυτή η λογική οδήγησε στην απομάκρυνση του Μαδούρο και στο άνοιγμα της αγοράς. Όμως υπέθετε εσφαλμένα ότι η άρση των πολιτικών εμποδίων αρκεί για να ακολουθήσει αυτόματα η ροή κεφαλαίων.
Οι αγορές λειτουργούν με διαφορετικό χρονικό ορίζοντα. Η ανάπτυξη πετρελαϊκών υποδομών απαιτεί επενδύσεις 20 έως 30 ετών, ενώ η επαναφορά της παραγωγής στα επίπεδα της δεκαετίας του 1990 εκτιμάται ότι χρειάζεται κεφάλαια ύψους 183 δισ. δολαρίων έως το 2040. Για τα διοικητικά συμβούλια των εταιρειών, κρίσιμο ζήτημα δεν είναι η σημερινή πολιτική συγκυρία αλλά η ποιότητα της διακυβέρνησης έως το 2050. Οι εγγυήσεις μιας προεδρικής θητείας που λήγει το 2029 κρίνονται ανεπαρκείς.
Το πρόβλημα επιδεινώθηκε από την ασάφεια της μεταβατικής διακυβέρνησης. Παρά τις αμερικανικές απαιτήσεις, η νέα ηγεσία διατήρησε επαφές με Ρωσία, Κίνα και Ιράν, προκαλώντας αμφιβολίες για τον στρατηγικό της προσανατολισμό. Ταυτόχρονα, Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίστηκαν χωρίς σαφώς διατυπωμένους στόχους πέραν της παρούσας θητείας, ενώ οι απειλές για περαιτέρω στρατιωτική πίεση εναλλάσσονταν με διαβεβαιώσεις ότι δεν επίκειται νέα επέμβαση.
Ακόμη και οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ανακοινώθηκαν στα τέλη Ιανουαρίου –μείωση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και άνοιγμα της αγοράς σε ιδιωτική πλειοψηφική συμμετοχή– δεν άλλαξαν τη στάση των επενδυτών. Οι εταιρείες έκριναν ότι οι αλλαγές δεν απαντούν στο βασικό ζήτημα της μακροχρόνιας σταθερότητας.
Μπροστά στην άρνηση των πολυεθνικών, η Ουάσιγκτον επιχείρησε στροφή προς κρατικούς αγοραστές, επιδιώκοντας συνεργασίες με Κίνα και Ινδία. Η κίνηση αυτή, ωστόσο, περιορίστηκε σε βραχυπρόθεσμες αγορές αργού και όχι σε επενδύσεις υποδομών, επιβεβαιώνοντας ότι το δομικό πρόβλημα παραμένει άλυτο.
Η υπόθεση της Βενεζουέλας καταδεικνύει ότι η στρατιωτική ισχύς και οι πολιτικές αποφάσεις δεν αρκούν όταν οι στόχοι προϋποθέτουν μακροχρόνια δέσμευση κεφαλαίων. Η εκτελεστική εξουσία μπορεί να ανοίξει δρόμους, δεν μπορεί όμως να επιβάλει στις αγορές επενδυτικές αποφάσεις που υπερβαίνουν τα χρονικά όρια της πολιτικής εξουσίας. Το δίδαγμα είναι σαφές: σε έναν κόσμο πολλαπλών μορφών ισχύος, η οικονομική πραγματικότητα δεν υπακούει πάντα στη λογική της πολιτικής απόφασης, όσο αποφασιστική κι αν είναι αυτή.