Η διεθνής τάξη που διαμορφώθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, βασισμένη σε θεσμούς, κανόνες και –τουλάχιστον κατ’ αρχήν– κοινές αξίες, έχει πλέον απολέσει τη δεσπόζουσα θέση της. Στη θέση της αναδύεται ένα σύστημα ωμών συναλλαγών, όπου τα κράτη κινούνται με γνώμονα το άμεσο συμφέρον, αδιαφορώντας για ιδεολογίες, δημοκρατικές αρχές ή το είδος των καθεστώτων με τα οποία συνεργάζονται.
Πρωταγωνιστής αυτής της μετάβασης υπήρξε η Κίνα. Για περισσότερο από μία δεκαετία, το Πεκίνο οικοδομεί ένα παγκόσμιο πλέγμα οικονομικών και πολιτικών σχέσεων βασισμένων στη λογική του «δούναι και λαβείν». Μέσω δανείων, επενδύσεων και μεγάλων έργων υποδομής, δημιούργησε νέες αγορές και εδραίωσε τη διεθνή του επιρροή, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα ή τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Το κινεζικό μοντέλο κρατικού καπιταλισμού, αν και συχνά επικρίνεται ως επιθετικό ή ακόμα και αρπακτικό, υιοθετήθηκε από πολλές χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου, οι οποίες αποδέχθηκαν συνειδητά το κόστος, θεωρώντας ότι τα οικονομικά οφέλη υπερτερούν.
Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ακολουθούν παρόμοια τροχιά. Κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του, ο Ντόναλντ Τραμπ απομακρύνθηκε από τη στρατηγική της «ανταγωνιστικής συνύπαρξης» μεγάλων δυνάμεων και υιοθέτησε μια καθαρά συναλλακτική εξωτερική πολιτική. Η Ουάσινγκτον χρησιμοποίησε δασμούς και οικονομικές πιέσεις όχι μόνο απέναντι σε αντιπάλους, αλλά και σε παραδοσιακούς συμμάχους, με στόχο την απόσπαση εμπορικών και πολιτικών παραχωρήσεων. Παράλληλα, ο Τραμπ αμφισβήτησε ανοιχτά θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και επεδίωξε διμερείς συμφωνίες με χώρες κάθε πολιτικού χρώματος, από την Ασία έως τη Λατινική Αμερική και τη Μέση Ανατολή, χωρίς καμία αναφορά σε αξιακά κριτήρια.
Το διεθνές σύστημα που προκύπτει από αυτή τη διπλή μετατόπιση θυμίζει όλο και περισσότερο τον 19ο αιώνα. Τότε, λίγες αυτοκρατορίες ανταγωνίζονταν για σφαίρες επιρροής, πρώτες ύλες και αγορές, σε έναν κόσμο χωρίς ισχυρούς πολυμερείς θεσμούς ή δεσμευτικό διεθνές δίκαιο. Παρότι συχνά παρουσιάζεται ως περίοδος σχετικής ισορροπίας, ο 19ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από συνεχείς πολέμους, αποικιακή καταπίεση και βαθιά αστάθεια, που τελικά οδήγησαν στις καταστροφές του 20ού αιώνα.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση δεν λειτουργεί αναγκαστικά ως εγγύηση ειρήνης. Αντίθετα, στον 19ο αιώνα, η απελευθέρωση του εμπορίου συνυπήρξε με την όξυνση των ανταγωνισμών, την άνοδο του εθνικισμού και τη στρατιωτική επιθετικότητα. Οι μεγάλες δυνάμεις χρειάζονταν τις αγορές και τους πόρους των αντιπάλων τους, γεγονός που ενίσχυε τη δυσπιστία και οδηγούσε σε βραχυπρόθεσμες, ευκαιριακές συμμαχίες.
Παρότι η μεταπολεμική τάξη πραγμάτων δεν υπήρξε ποτέ πλήρως δίκαιη ή καθολική –ιδίως για χώρες του παγκόσμιου Νότου– προσέφερε ένα θεσμικό πλαίσιο συνεργασίας που περιόριζε την ανεξέλεγκτη άσκηση ισχύος. Οι παρεμβάσεις των ΗΠΑ σε πολέμους όπως στο Βιετνάμ, το Ιράκ ή πιο πρόσφατα στη Γάζα υπονόμευσαν την αξιοπιστία αυτού του συστήματος, χωρίς όμως να αναιρούν το γεγονός ότι οι διεθνείς θεσμοί παρείχαν δυνατότητες συνεννόησης και συλλογικής δράσης.
Σήμερα, η επιστροφή στη λογική των συναλλαγών επηρεάζει όχι μόνο τις μεγάλες δυνάμεις αλλά και τα μεσαία και μικρότερα κράτη. Χώρες όπως η Γαλλία, ο Καναδάς και η Ινδία επιχειρούν να ισορροπήσουν μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας, προσαρμόζοντας την εξωτερική τους πολιτική σε ένα περιβάλλον όπου τα συμφέροντα υπερισχύουν των αξιών. Στον παγκόσμιο Νότο, κράτη της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής κινούνται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος, επιδιώκοντας επενδύσεις και τεχνολογία, ακόμη κι αν αυτό συνεπάγεται αυξημένη εξάρτηση.
Το πρόβλημα είναι ότι ένα τέτοιο σύστημα δυσχεραίνει την περιφερειακή συνεργασία και καθιστά σχεδόν αδύνατη την αντιμετώπιση παγκόσμιων προκλήσεων. Η κλιματική αλλαγή, οι πανδημίες, η ενεργειακή μετάβαση και η διαχείριση στρατηγικών πρώτων υλών απαιτούν συντονισμό και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό – στοιχεία που απουσιάζουν από έναν κόσμο περιστασιακών συμφωνιών.
Η πλήρης επιστροφή σε ένα μοντέλο του 19ου αιώνα δεν είναι μόνο επικίνδυνη αλλά και ανέφικτη. Ο σημερινός κόσμος είναι πολύ πιο πολυπολικός, με τα μικρότερα κράτη να διαθέτουν αυξημένη διαπραγματευτική ισχύ και κρίσιμους πόρους. Χωρίς ένα, έστω ατελές, διεθνές πλαίσιο κανόνων, η συναλλακτική διπλωματία κινδυνεύει να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο ανταγωνισμών, αστάθειας και συγκρούσεων.
Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν η παλιά τάξη πραγμάτων ήταν τέλεια – δεν ήταν. Είναι αν ο κόσμος μπορεί να αντέξει την πλήρη απουσία διεθνούς τάξης. Και η ιστορία δείχνει ότι το τίμημα μιας τέτοιας επιλογής είναι πάντα βαρύ.