Για δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση βασιζόταν στις εγγυήσεις ασφάλειας του ΝΑΤΟ και στην αμερικανική τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή για την προστασία των κρατών-μελών της. Σήμερα, ωστόσο, οι απειλές του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ περί ενδεχόμενης κατάληψης της Γροιλανδία, σε συνδυασμό με επιθετική ρητορική στελεχών της κυβέρνησής του απέναντι στην Ευρώπη, αναζωπυρώνουν τη συζήτηση περί «ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας».
«Αν θέλουμε να μας πάρουν ξανά στα σοβαρά, πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της πολιτικής ισχύος», δήλωσε πρόσφατα ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, καλώντας ανοιχτά την ΕΕ να μειώσει την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από περιορισμούς στη χρήση αμερικανικών εργαλείων τηλεδιάσκεψης από δημόσιους λειτουργούς, έως την επιτάχυνση της διαφοροποίησης ενεργειακών και εμπορικών προμηθειών, οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες αποκτούν πλέον πιο συστηματικό χαρακτήρα.
Αξιωματούχοι της ΕΕ επιμένουν ότι δεν πρόκειται για «αποσύνδεση», αλλά για «απομείωση κινδύνου» στη διατλαντική σχέση — όρος που μέχρι πρότινος χρησιμοποιούνταν κυρίως για την Κίνα. Πλέον, όμως, η ίδια λογική εφαρμόζεται και στις ΗΠΑ, τον βασικό εμπορικό και στρατηγικό εταίρο της Ευρώπης.
Σύμφωνα με το Politico, η διαδικασία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν μακράν ο σημαντικότερος εταίρος της ΕΕ και η απεξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογική και στρατιωτική υποστήριξη αναμένεται να διαρκέσει χρόνια, όπως εκτιμά ο Ζαν-Λικ Ντεμάρτι, πρώην επικεφαλής εμπορίου της Ευρωπαϊκή Επιτροπή επί προεδρίας Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ.
Στο μεταξύ, οι Βρυξέλλες επιταχύνουν τη σύναψη εμπορικών συμφωνιών με τον συνασπισμό Mercosur, την Ινδία και την Ινδονησία, ενώ ανανέωσαν τη συμφωνία με το Μεξικό και επανεκκίνησαν συνομιλίες με την Αυστραλία.
Ασφάλεια και ΝΑΤΟ
Από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε στο ΝΑΤΟ και στο άρθρο 5 της Συμμαχίας. Ωστόσο, σε πρόσφατη συνάντηση στο Ζάγκρεμπ, Ευρωπαίοι συντηρητικοί ηγέτες, μεταξύ των οποίων και ο Μερτς, υποστήριξαν ότι η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει τη δική της ρήτρα αμοιβαίας άμυνας, που υφίσταται από το 2009 αλλά μέχρι σήμερα θεωρούνταν δευτερεύουσα.
Όπως παραδέχεται ανώτερος διπλωμάτης της ΕΕ στο Politico, οι δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία λειτούργησαν ως «καμπανάκι αφύπνισης», επαναφέροντας στο τραπέζι την ανάγκη δημιουργίας αυτόνομων ευρωπαϊκών δομών στρατιωτικής διοίκησης.
Τεχνολογία και ενεργειακή εξάρτηση
Η τάση ανεξαρτητοποίησης είναι ακόμη πιο έντονη στον τομέα της τεχνολογίας, όπου η ευρωπαϊκή εξάρτηση από πλατφόρμες όπως το X, το Meta και η Google προκαλεί πολιτικές αντιδράσεις. Η Γαλλία εξετάζει απαγορεύσεις χρήσης αμερικανικών εργαλείων τηλεδιάσκεψης από κρατικούς αξιωματούχους, ενώ παρόμοιες κινήσεις συζητούνται και στη Γερμανία.
«Η Ευρώπη ζει τη στιγμή της ανεξαρτησίας της», δήλωσε η επίτροπος Τεχνολογίας της ΕΕ Χένα Βιρκούνεν, υπογραμμίζοντας την ανάγκη απεξάρτησης από μία μόνο χώρα ή εταιρεία σε κρίσιμες τεχνολογίες.
Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός, η Γερμανίδα επιχειρηματίας Άννα Ζάιτερ ανακοίνωσε την έναρξη της ευρωπαϊκής πλατφόρμας κοινωνικής δικτύωσης W, που φιλοδοξεί να ανταγωνιστεί την X του Έλον Μασκ, με δεδομένα αποθηκευμένα αποκλειστικά σε ευρωπαϊκούς διακομιστές.
Παρόμοιες ανησυχίες καταγράφονται και στον τομέα της ενέργειας. Οι ΗΠΑ καλύπτουν σήμερα πάνω από το 25% των αναγκών της ΕΕ σε φυσικό αέριο, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί μετά την πλήρη απαγόρευση ρωσικών εισαγωγών. Ωστόσο, όπως προειδοποιεί ο επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν, η Γροιλανδία έδειξε ότι η ενέργεια δεν μπορεί πλέον να αποσυνδεθεί από τη γεωπολιτική.
Πληρωμές και χρηματοοικονομική κυριαρχία
Στο στόχαστρο βρίσκονται και τα συστήματα πληρωμών, με την εξάρτηση από τις Visa και Mastercard να προκαλεί ανησυχία. Το ψηφιακό ευρώ, που σχεδιάζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το 2029, στοχεύει στη δημιουργία ενός κυρίαρχου ευρωπαϊκού μέσου πληρωμών. «Με το ψηφιακό ευρώ, οι Ευρωπαίοι θα διατηρήσουν τον έλεγχο των χρημάτων και του μέλλοντός τους», έχει δηλώσει η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ.
Στη Γερμανία, τέλος, πολιτικοί όπως η Μαρί-Άγκνες Στράκ-Ζίμερμαν εκφράζουν ανησυχίες ακόμη και για τους 1.236 τόνους χρυσού που φυλάσσονται στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα της Νέας Υόρκης, τονίζοντας ότι «η πλήρης εμπιστοσύνη στις ΗΠΑ δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη».