Σιωπηρή αποστασιοποίηση Πεκίνου και Μόσχας μετά τη σύλληψη Μαδούρο: το πραγματικό τεστ της «πολυπολικής τάξης»

 
πουτιν και σι τζιπιγνκ

Πηγή Φωτογραφίας: Reuters

Ενημερώθηκε: 09/01/26 - 10:00

Η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες, από την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, μέσω διασυνοριακής επιχείρησης και η μεταφορά τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για να δικαστούν, συνιστά κομβικό σημείο για τις γεωπολιτικές ισορροπίες στη Λατινική Αμερική αλλά και στο διεθνές σύστημα συνολικά.

Πέρα από τις επιχειρησιακές και νομικές πτυχές, το γεγονός λειτουργεί ως ακραίο γεωπολιτικό σενάριο, που επιτρέπει να αποτυπωθεί στην πράξη πώς αντιδρούν μη δυτικές δυνάμεις, όπως η Κίνα και η Ρωσία, σε συνθήκες οξείας κρίσης.

Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο λόγω των ζητημάτων διεθνούς δικαίου και της αρχής της ασυλίας πολιτικών ηγετών, αλλά και ως δοκιμασία της λεγόμενης «πολυπολικής παγκόσμιας τάξης» και του βαθμού στον οποίο δυνάμεις όπως το Πεκίνο και η Μόσχα είναι διατεθειμένες να στηρίξουν ουσιαστικά τους συμμάχους τους. Οι περιορισμένες και συγκρατημένες αντιδράσεις και των δύο προκάλεσαν άμεσες συγκρίσεις με τη στάση τους στη συριακή κρίση και την τύχη του Μπασάρ αλ-Άσαντ, αναδεικνύοντας μια βαθύτερη λογική που διέπει την εξωτερική τους πολιτική.

Η Κίνα, ως κατεξοχήν οικονομικά προσανατολισμένος δρών, κινήθηκε απολύτως εντός του δόγματος της «μη παρέμβασης» και της «ειρηνικής ανάπτυξης». Παρά τη στρατηγική της σχέση με τη Βενεζουέλα και τον ρόλο της ως δεύτερου μεγαλύτερου οικονομικού εταίρου της χώρας, το Πεκίνο περιορίστηκε σε λεκτική καταδίκη, ενώ ταυτόχρονα έδωσε εντολή στις κινεζικές τράπεζες να καταγράψουν και να γνωστοποιήσουν τα δάνεια και τις χρηματοδοτήσεις προς το Καράκας. Η στάση αυτή υπογραμμίζει την απροθυμία της Κίνας να εμπλακεί στρατιωτικά στο εξωτερικό, επιλέγοντας αντ’ αυτού την οικονομική ισχύ ως βασικό εργαλείο επιρροής.

Για το Πεκίνο, το βασικό διακύβευμα δεν ήταν η απώλεια ενός ιδεολογικά συγγενούς καθεστώτος στη «γειτονιά» των ΗΠΑ, αλλά ο κίνδυνος οικονομικών απωλειών, ιδίως λόγω των τεράστιων δανείων προς τη Βενεζουέλα – που εκτιμώνται άνω των 100 δισ. δολαρίων – και της πιθανής απώλειας πρόσβασης σε ενεργειακούς και εμπορικούς πόρους. Παρά τη συμμετοχή της Κίνας στην αγορά βενεζουελάνικου πετρελαίου, ακόμη και μέσω άτυπων και κυρώσιμων διαύλων, η χώρα δεν θεωρείται αναντικατάστατος στρατηγικός εταίρος. Η κινεζική αντίδραση στέλνει σαφές μήνυμα στον Παγκόσμιο Νότο: το Πεκίνο μπορεί να είναι οικονομικός εταίρος και διπλωματικός υποστηρικτής, αλλά δεν λειτουργεί ως εγγυητής πολιτικής ασφάλειας ή επιβίωσης καθεστώτων υπό δυτική πίεση.

Αντίστοιχα, και η Ρωσία περιορίστηκε σε ήπιες δηλώσεις καταδίκης και διπλωματικές διαμαρτυρίες, καλώντας τις ΗΠΑ να απελευθερώσουν «τον πρόεδρο ενός κυρίαρχου κράτους και τη σύζυγό του». Η στάση αυτή αντανακλά τη ρωσική λογική ιεράρχησης μετώπων: η Βενεζουέλα δεν αποτελεί ζωτικό συμφέρον για τη Μόσχα, ιδίως σε μια περίοδο που η Ρωσία είναι πλήρως απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, τις διεθνείς κυρώσεις και τις εξελίξεις στον άμεσο γεωπολιτικό της περίγυρο.

Σε αντίθεση με τη Συρία, όπου οι ρωσικές στρατιωτικές βάσεις και η πρόσβαση στη Μεσόγειο δικαιολογούσαν άμεση επέμβαση, η Βενεζουέλα δεν διαθέτει το γεωπολιτικό βάρος που θα καθιστούσε αποδεκτό το κόστος μιας ευθείας σύγκρουσης με τις ΗΠΑ. Ακόμη και στη συριακή περίπτωση, η Μόσχα, όταν διαπίστωσε ότι η διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ δεν ήταν πλέον εφικτή, προσαρμόστηκε, δίνοντας προτεραιότητα στη διασφάλιση ελάχιστων στρατηγικών συμφερόντων.

Οι οικονομικοί δεσμοί Ρωσίας–Βενεζουέλας παραμένουν περιορισμένοι, με το διμερές εμπόριο να εκτιμάται μόλις στα 200 εκατ. δολάρια το 2025. Παρότι η Μόσχα διαδραμάτισε ρόλο στη διακίνηση βενεζουελάνικου πετρελαίου σε ένα περιβάλλον κυρώσεων, η απώλεια του Μαδούρο δεν συνιστά σοβαρό οικονομικό πλήγμα. Περισσότερο πλήττεται το πολιτικό και συμβολικό αποτύπωμα της Ρωσίας στη δυτική ημισφαίρια.

Συνολικά, η υπόθεση Μαδούρο αναδεικνύει τα όρια της κινεζικής και ρωσικής στήριξης προς συμμάχους εκτός των άμεσων ζωτικών τους συμφερόντων. Παρά τη ρητορική περί πολυπολικότητας, τόσο το Πεκίνο όσο και η Μόσχα επιλέγουν τον ρεαλισμό και τον υπολογισμό κόστους–οφέλους, αποφεύγοντας κινήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ ΣΤΟ GOOGLE NEWS ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΚΛΙΚ ΕΔΩ