Ένα νέο μοντέλο για τη διαχείριση του μεταναστευτικού επιχειρεί να εφαρμόσει μια ομάδα κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προωθώντας τη μεταφορά του συστήματος επιστροφών εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων. Στο επίκεντρο των εμπιστευτικών συζητήσεων για τη δημιουργία των λεγόμενων «κόμβων επιστροφής» βρίσκονται η Ρουάντα και το Ουζμπεκιστάν, ενώ εξετάζεται και η περίπτωση της Ουγκάντας.
Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας έχουν τεθεί η Ελλάδα, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Δανία. Το σχέδιο βασίζεται σε πρόσφατη ευρωπαϊκή νομοθεσία που επιτρέπει στις εθνικές κυβερνήσεις να ιδρύουν κέντρα σε τρίτες χώρες για τη στέγαση μεταναστών των οποίων οι αιτήσεις ασύλου έχουν απορριφθεί τελεσίδικα και εκκρεμεί η απέλασή τους.
Ο Έλληνας πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει προσδιορίσει το χρονοδιάγραμμα, θέτοντας ως στόχο τη σύναψη των πρώτων διμερών συμφωνιών εντός του 2026, ώστε οι δομές να είναι λειτουργικές από το 2027.
Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας θεωρούν ότι το νέο νομικό πλαίσιο της ΕΕ παρέχει τη θωράκιση που έλειπε από προηγούμενα, παρόμοια εγχειρήματα, όπως το ναυαγισμένο σχέδιο της Βρετανίας στη Ρουάντα ή τα κέντρα της Ιταλίας στην Αλβανία που αντιμετωπίζουν συνεχείς δικαστικές προσφυγές.
Σημειώνεται ότι οι Βρυξέλλες έχουν ήδη χρηματοδοτήσει τη Ρουάντα με 900 εκατομμύρια ευρώ και το Ουζμπεκιστάν με 119 εκατομμύρια ευρώ μέσω επενδυτικών προγραμμάτων. Αντίθετα, χώρες όπως η Αίγυπτος και η Λιβύη έχουν αποκλειστεί από τους σχεδιασμούς λόγω φόβων για τη δράση δικτύων λαθραίας διακίνησης ανθρώπων, με τη γενική στρατηγική να ευνοεί τη δημιουργία κέντρων στην Ασία ή την Αφρική, μακριά από τα ευρωπαϊκά σύνορα.
Το σχέδιο, ωστόσο, πυροδοτεί σφοδρές αντιδράσεις και βαθύ εσωτερικό διχασμό εντός του μπλοκ. Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) προειδοποιεί ότι η ΕΕ υποκύπτει σε λαϊκιστική ρητορική, εκθέτοντας ανθρώπους στον κίνδυνο να υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη σε χώρες όπου τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι εγγυημένα.
Παράλληλα, ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, κρατούν αποστάσεις, με τον Εμανουέλ Μακρόν να αμφισβητεί ανοιχτά την αποτελεσματικότητα τέτοιων δομών και να διερωτάται αν αυτό το μοντέλο συνάδει με τις θεμελιώδεις αξίες και την ταυτότητα της Ευρώπης.