Το δημοσίευμα του TimeTurk, αποκαλύπτει το εύρος της συστηματικής προσπάθειας της Άγκυρας να παγιώσει τα τετελεσμένα της κατοχής μέσω μιας επιθετικής αναπτυξιακής στρατηγικής στα κατεχόμενα εδάφη της Κύπρου.
Η παρουσίαση του νησιού ως «επενδυτικού παραδείσου» δεν αποτελεί παρά το προπέτασμα καπνού για τη συνεχιζόμενη σφετερισμό ελληνοκυπριακών περιουσιών και την de facto ενσωμάτωση της βόρειας Κύπρου στην τουρκική οικονομική σφαίρα επιρροής.
Η στρατηγική εστίαση σε περιοχές όπως το Τρίκωμο (İskele), η Αμμόχωστος και η Κερύνεια, όπου ξεφυτρώνουν πολυτελή συγκροτήματα που θυμίζουν Ντουμπάι, αποτελεί το αιχμή του δόρατος μιας ευρύτερης προσπάθειας δημογραφικής αλλοίωσης.
Η προσέλκυση «διεθνών επενδυτών» από τη Ρωσία, τη Μέση Ανατολή και το Ιράν, στους οποίους υπόσχονται αποδόσεις σε στερλίνα και «ασφαλές καταφύγιο», στοχεύει στη δημιουργία μιας νέας τάξης ξένων κατοίκων που θα λειτουργούν ως ασπίδα στα τετελεσμένα της κατοχής, περιπλέκοντας περαιτέρω τη νομική διάσταση του περιουσιακού ζητήματος.
Το δέλεαρ των κερδών σε σκληρό νόμισμα (στερλίνα) και η προώθηση των «compact» διαμερισμάτων για βραχυχρόνια μίσθωση σε φοιτητές και τουρίστες, αποτελούν την οικονομική μηχανή που συντηρεί την παράνομη οντότητα στα κατεχόμενα.
Η Άγκυρα εργαλειοποιεί τον τομέα των ακινήτων για να καταστήσει το ψευδοκράτος οικονομικά βιώσιμο και να το αποκόψει πλήρως από οποιαδήποτε εξάρτηση ή ανάγκη συνεργασίας με τη νόμιμη Κυπριακή Δημοκρατία.
Πίσω από τις υποσχέσεις για «ποιότητα ζωής» και «ηρεμία», κρύβεται ένας προσεκτικά σχεδιασμένος νεοϊμπεριαλιστικός σχεδιασμός. Η μετατροπή των κατεχομένων σε «διεθνές κέντρο real estate» αποτελεί μια μορφή οικονομικής εισβολής, η οποία συμπληρώνει τη στρατιωτική παρουσία.
Με τη θεσμοθέτηση αυτών των επενδύσεων, η Τουρκία επιχειρεί να καταστήσει την κατοχή μη αναστρέψιμη, μετατρέποντας την κλεμμένη γη σε ένα διεθνές εμπορεύσιμο προϊόν που ναρκοθετεί κάθε προοπτική δίκαιης επίλυσης του Κυπριακού στη βάση του διεθνούς δικαίου.