Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έστειλε σαφές μήνυμα στήριξης στους Ιρανούς διαδηλωτές κατά του καθεστώτος, δηλώνοντας ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν». Από τότε, παρατηρείται μια σταδιακή αλλά σημαντική ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, με τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, έχουν ήδη επιδείξει τις δυνατότητές τους: η περσινή επιχείρηση «Midnight Hammer» στόχευσε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν με περισσότερα από 100 αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων stealth B-2, χωρίς καμία απώλεια.
Η πρόσφατη ανάρτηση του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προϊδεάζει για πιθανή νέα στρατιωτική δράση, προειδοποιώντας ότι «η επόμενη επίθεση θα είναι πολύ χειρότερη» εάν το Ιράν δεν περιορίσει το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Σήμερα, οι ΗΠΑ διαθέτουν περίπου 50.000 στρατιωτικό προσωπικό στην περιοχή, με σημαντικές δυνάμεις σε Κατάρ, Ιορδανία, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ομάν και Μπαχρέιν. Τις τελευταίες εβδομάδες, ανοικτές πηγές καταγράφουν την άφιξη δεκάδων επιπλέον αεροσκαφών, μεταγωγικών και μαχητικών, με κάποια να φέρουν αντιαεροπορικά συστήματα, υποδεικνύοντας προετοιμασία για πιθανές αντιδράσεις από το Ιράν.
Η Βρετανία ενίσχυσε επίσης την παρουσία της, στέλνοντας μοίρα μαχητικών Typhoon, ενώ η Πολεμική Αεροπορία των ΗΠΑ διεξάγει τη μεγάλη άσκηση Agile Spartan για επίδειξη αεροπορικής ισχύος.
Ιδιαίτερη προσοχή προκαλεί η άφιξη της ομάδας κρούσης αεροπλανοφόρου USS Abraham Lincoln, με περίπου 70 αεροσκάφη, συμπεριλαμβανομένων των stealth F-35, τρία αντιτορπιλικά με πυραύλους cruise Tomahawk και πυρηνοκίνητο υποβρύχιο. Η παρουσία αυτή ενισχύει σημαντικά τις δυνατότητες πλήγματος εναντίον στρατιωτικών στόχων και πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν.
Σύμφωνα με ειδικούς, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πλήξουν σχεδόν οποιονδήποτε στόχο στο Ιράν, εκτός από βαθιά υπόγεια καταφύγια, ενώ οι πιθανές επιλογές περιλαμβάνουν στρατιωτικές εγκαταστάσεις, βαλλιστικούς πυραύλους, παράκτιες πυραυλικές συστοιχίες και ακόμα ανώτερα στελέχη του καθεστώτος. Ωστόσο, κάθε απόπειρα αποκεφαλισμού της ηγεσίας ενέχει σημαντικούς κινδύνους και αβεβαιότητα ως προς το τελικό αποτέλεσμα.
Παρά την επιδεικτική στρατιωτική ισχύ, ο Τραμπ παραμένει προσεκτικός απέναντι σε μακροχρόνιες συγκρούσεις, προτιμώντας αιφνιδιαστικά και περιορισμένης κλίμακας πλήγματα, ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διπλωματικής λύσης που θα απαιτήσει περιορισμό του πυρηνικού προγράμματος από το Ιράν. Η τελική επιλογή θα εξαρτηθεί από την ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία να εμφανιστεί αποφασιστικός και στην πραγματική δυνατότητα επίτευξης σημαντικού στρατηγικού αντίκτυπου.