Η Μέση Ανατολή θυμίζει πλέον «πυριτιδαποθήκη» που απειλείται με ανάφλεξη, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ φαίνεται να οριστικοποιεί τα σχέδιά της για στρατιωτική δράση κατά του Ιράν.
Η συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή, η οποία ξυπνά μνήμες από την προετοιμασία της εισβολής στο Ιράκ το 2003, συνδυάζεται με την εκπνοή του δεκαήμερου τελεσιγράφου που έθεσε ο Πρόεδρος Τραμπ προς την Τεχεράνη.
Τα 7 σενάρια της επόμενης ημέρας
Η κατάσταση είναι εξαιρετικά περίπλοκη, με τους αναλυτές να εξετάζουν διαφορετικές εκβάσεις μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης:
Πλήγματα ακριβείας και κατάρρευση: Το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει «χειρουργικές» επιθέσεις σε πυρηνικές και στρατιωτικές βάσεις με στόχο την πτώση του καθεστώτος. Ωστόσο, υπάρχει ο φόβος το κενό εξουσίας να οδηγήσει σε χάος, όπως συνέβη στο παρελθόν στη Λιβύη.
Υποχώρηση του καθεστώτος: Η Τεχεράνη θα μπορούσε να επιβιώσει αποδεχόμενη πλήρη πάγωμα του πυρηνικού της προγράμματος και διακοπή της στήριξης σε πολιτοφυλακές. Η ιστορία της αδιαλλαξίας της ηγεσίας, όμως, καθιστά αυτό το ενδεχόμενο αμφίβολο.
Στρατιωτική εξουσία: Σε περίπτωση κατάρρευσης της πολιτικής ηγεσίας, θεωρείται πιθανή η ανάληψη της εξουσίας από τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC), οι οποίοι ελέγχουν ήδη τη βάση της ιρανικής οικονομίας.
Ασύμμετρη απάντηση: Το Ιράν προειδοποιεί για αντίποινα σε αμερικανικές βάσεις στον Κόλπο και σε υποδομές συμμάχων όπως το Ισραήλ και η Ιορδανία, μεταφέροντας τη σύγκρουση σε όλη την περιοχή.
Ενεργειακό σοκ: Η απειλή ναρκοθέτησης των Στενών του Ορμούζ παραμένει το «πυρηνικό όπλο» της Τεχεράνης στην παγκόσμια οικονομία, καθώς από εκεί διέρχεται το 1/4 του παγκόσμιου πετρελαίου.
Επιθέσεις «σμήνους»: Η τακτική χρήση εκατοντάδων drones και ταχύπλοων κατά του Πέμπτου Στόλου των ΗΠΑ αποτελεί την κύρια ανησυχία των Αμερικανών στρατιωτικών επιτελών.
Ο κίνδυνος μιας «νέας Συρίας»: Μια γενικευμένη κατάρρευση μιας χώρας 93 εκατομμυρίων με έντονα εθνοτικά ρήγματα θα μπορούσε να προκαλέσει ανθρωπιστική καταστροφή και προσφυγικές ροές που θα συγκλόνιζαν τον πλανήτη.
Η τελική απόφαση βρίσκεται στα χέρια του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος καλείται να σταθμίσει αν ένα χτύπημα θα φέρει τη σταθερότητα ή αν θα παρασύρει τις ΗΠΑ σε έναν νέο, ατέρμονα πόλεμο χωρίς σαφή στρατηγική εξόδου.