Οι πρόσφατες στρατιωτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν φαίνεται να ενίσχυσαν τις ανησυχίες και τα βαθιά ριζωμένα αντανακλαστικά επιβίωσης του Βλαντίμιρ Πούτιν, σύμφωνα με ανάλυση του Politico. Όπως επισημαίνεται, οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να έχουν εντείνει την αποφασιστικότητά του να επιτύχει μια ξεκάθαρη νίκη στον πόλεμο της Ουκρανίας, ανεξαρτήτως κόστους.
Η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, σε στοχευμένο ισραηλινό πλήγμα με αμερικανική υποστήριξη, επανέφερε στο προσκήνιο παλαιότερες δηλώσεις του Ρώσου προέδρου. Λιγότερο από έναν χρόνο πριν, όταν είχε ερωτηθεί πώς θα αντιδρούσε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, είχε αποφύγει να το σχολιάσει. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις, ωστόσο, το Κρεμλίνο αναγκάστηκε να τοποθετηθεί δημόσια.
Στην επίσημη ανακοίνωση που αναρτήθηκε στον ιστότοπο του Κρεμλίνου, ο Πούτιν καταδίκασε τη δολοφονία ως πράξη που παραβιάζει «όλους τους κανόνες της ανθρώπινης ηθικής και του διεθνούς δικαίου», υιοθετώντας πιο σκληρή γλώσσα σε σύγκριση με άλλες διεθνείς κρίσεις. Παράλληλα, απέφυγε να κατονομάσει άμεσα τις χώρες που ευθύνονται, επιλέγοντας έναν πιο προσεκτικό και υπολογισμένο τόνο.
Οι σκιές της Λιβύης
Στη ρωσική πολιτική σκηνή, ο θάνατος του Χαμενεΐ πυροδότησε συγκρίσεις με την τύχη του Μουαμάρ Καντάφι, ο οποίος σκοτώθηκε μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη το 2011. Οι εικόνες της βίαιης ανατροπής του είχαν προκαλέσει τότε την οργή του Πούτιν, ο οποίος είχε μιλήσει για «προδοσία» της Δύσης.
Ο δημοσιογράφος Μιχαήλ Ζύγκαρ έχει περιγράψει την έντονη αντίδραση του Ρώσου προέδρου εκείνη την περίοδο, ενώ ο αναλυτής Αλεξάντερ Μπάουνοφ από το Κέντρο Καρνέγκι εκτιμά ότι η πτώση Καντάφι αποτέλεσε καθοριστικό σημείο καμπής για τη ρωσική εξωτερική και εσωτερική πολιτική.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Πούτιν ενίσχυσε την απομόνωσή του και σκλήρυνε τη στάση του απέναντι στη Δύση και την εσωτερική αντιπολίτευση. Ο εκλιπών ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι είχε σατιρίσει αυτή την αποστασιοποίηση, αποκαλώντας τον «παππού στο καταφύγιο».
Ρητορική έντασης στο εσωτερικό
Οι εξελίξεις στο Ιράν και η αποδυνάμωση συμμάχων της Μόσχας, όπως ο Νικολάς Μαδούρο, ενίσχυσαν τη σκληρή ρητορική φιλοκρεμλινικών σχολιαστών. Ο πρώην πρόεδρος Ντμίτρι Μεντβέντεφ επέκρινε ανοιχτά τις ΗΠΑ, ενώ ο τηλεπαρουσιαστής Βλαντίμιρ Σολοβιόφ μίλησε για «αρπακτική» αμερικανική πολιτική.
Ακόμη πιο αιχμηρός εμφανίστηκε ο ιδεολόγος Αλεξάντερ Ντούγκιν, προειδοποιώντας ότι η Μόσχα θα μπορούσε να είναι ο επόμενος στόχος. Σε αυτό το κλίμα, φιλοκυβερνητικά μέσα προχώρησαν σε δραματικούς τίτλους περί απειλής κατά της ίδιας της Ρωσίας.
Ρεαλισμός και γεωπολιτικός υπολογισμός
Παρά την ένταση της ρητορικής, το Κρεμλίνο διατήρησε πιο ισορροπημένο τόνο. Ο εκπρόσωπος Ντμίτρι Πεσκόφ εξέφρασε απογοήτευση για την αποτυχία των αμερικανοϊρανικών συνομιλιών, αλλά ταυτόχρονα αναγνώρισε τις αμερικανικές προσπάθειες διαμεσολάβησης στην Ουκρανία.
Ο καθηγητής Σαμ Γκριν του King’s College εκτιμά ότι ο Πούτιν δεν έχει λόγο να διαρρήξει πλήρως τους διαύλους με την Ουάσιγκτον, καθώς η πίεση προς το Κίεβο και τους Ευρωπαίους συμμάχους του αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα για τη Μόσχα.
Παράλληλα, η κρίση στο Ιράν ενδέχεται να προσφέρει έμμεσα οφέλη στη Ρωσία, όπως υψηλότερες τιμές πετρελαίου και αποσπασμένη αμερικανική προσοχή από το ουκρανικό μέτωπο.
Ωστόσο, όσο κι αν η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο, οι μεγαλύτεροι φόβοι για το Κρεμλίνο ενδέχεται να προέρχονται από το εσωτερικό. Όπως σημειώνει ο Γκριν, η ιστορία δείχνει ότι οι ηγέτες που συγκεντρώνουν υπερβολική εξουσία για μεγάλο διάστημα σπάνια αποχωρούν ομαλά: «Είτε υπό κράτηση είτε μέσα σε ένα φέρετρο».